Νόμος 1249/82 - Άρθρο 41

Άρθρο 41: Προσδιορισμός αξίας ακινήτων


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαμβάνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ' είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα.

 

Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσής τους καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση των Επιτροπών των παραγράφων 1Α ή 1Β του παρόντος άρθρου, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη και τη γνώμη του αρμόδιου δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 261 του νόμου 3852/2010 (ΦΕΚ 87/Α/2010).

 

Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του νόμου 1473/1984 (ΦΕΚ 127/Α/1984), με την παράγραφο 18 του άρθρου 14 του νόμου 1882/1990 (ΦΕΚ 43/Α/1990), διόρθωση σφαλμάτων στο (ΦΕΚ 51/Α/1990) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 46 του νόμου 4509/2017 (ΦΕΚ 201/Α/2017), με την παράγραφο 1 του άρθρου 61 του νόμου 4587/2018 (ΦΕΚ 216/Α/2018).

 

1Α. Οι τιμές εκκίνησης καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση πιστοποιημένων εκτιμητών εγγεγραμμένων στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών στο πεδίο των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών.

 

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών η σύνταξη εισήγησης για τον καθορισμό των τιμών εκκίνησης ανατίθεται σε πιστοποιημένους εκτιμητές εγγεγραμμένους στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών στο πεδίο των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών.

 

Η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου εκδίδεται κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος του Γενικού Γραμματέα Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία αναρτάται στο διαδίκτυο Πρόγραμμα Διαύγεια και στην οποία περιγράφεται το έργο, η διαδικασία για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, ο τρόπος επιλογής των εκτιμητών, η αμοιβή τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

 

Οι εισηγήσεις των εκτιμητών κατατίθενται ηλεκτρονικά σε βάση δεδομένων που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών.

 

Στην ίδια βάση δεδομένων καταχωρείται η γνώμη του αρμόδιου δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 261 του νόμου 3852/2010 (ΦΕΚ 87/Α/2010). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.

 

Στην ανωτέρω βάση δεδομένων δύνανται να καταχωρίζονται αντίστοιχα δεδομένα, τα οποία διαθέτουν τραπεζικά ιδρύματα, προς το σκοπό εκτέλεσης διασταυρώσεων.

 

Σε περίπτωση αδυναμίας ασφαλούς προσδιορισμού των τιμών εκκίνησης με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, αρμόδια να εισηγηθεί τις τιμές εκκίνησης καθίσταται η τριμελής επιτροπή της παραγράφου 1.Β.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 1Α προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 46 του νόμου 4509/2017 (ΦΕΚ 201/Α/2017) και τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 61 του νόμου 4587/2018 (ΦΕΚ 216/Α/2018).

 

1Β. Συστήνεται τριμελής επιτροπή, η οποία εισηγείται τις τιμές εκκίνησης σε περίπτωση αδυναμίας ασφαλούς προσδιορισμού τους από τις εισηγήσεις των εκτιμητών της παραγράφου 1.Α. Η τριμελής επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και αποτελείται από έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, που προτείνονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και τον Προϊστάμενο του Αυτοτελούς Τμήματος Εκτιμήσεων και Προσδιορισμού Αξιών Ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Εφαρμογής Φορολογίας Κεφαλαίου και Περιουσιολογίου της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους.

 

Η επιτροπή δύναται: α) να εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών την ανάθεση σύνταξης εισήγησης σε πιστοποιημένο εκτιμητή, εκπρόσωπο του Συλλόγου Εκτιμητών Ελλάδας, εγγεγραμμένο στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών στο πεδίο των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών, σε περιπτώσεις που κρίνει αναγκαίο, β) να ζητεί τη συνδρομή οποιουδήποτε άλλου φορέα ή προσώπου με εμπειρία και ειδικές γνώσεις στον τομέα αξιών ακινήτων και γ) να ζητεί τη χορήγηση μη προσωποποιημένων στοιχείων από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, την Τράπεζα της Ελλάδος και τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, τα οποία παρέχονται υποχρεωτικώς, χωρίς την επίκληση απορρήτου. Τα μέλη της Επιτροπής και οι εμπειρογνώμονες που λαμβάνουν γνώση των ανωτέρω στοιχείων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους υποχρεούνται να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 1Β προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 46 του νόμου 4509/2017 (ΦΕΚ 201/Α/2017) και τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 61 του νόμου 4587/2018 (ΦΕΚ 216/Α/2018).

 

1Γ. Οι συντελεστές αυξομείωσης και η διαμόρφωση ζωνών των περιοχών που είναι ενταγμένες ή πρόκειται να ενταχθούν στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξιών ακινήτων, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

 

Σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα συστήνεται εξαμελής επιτροπή για τη σύνταξη εισήγησης επί της διαμόρφωσης των ζωνών των περιοχών αρμοδιότητάς της και των συντελεστών αυξομείωσης του άρθρου 1 της με αριθμό 1067780/82/Γ0013/1994 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β' 549), όπως ισχύει, η οποία αποτελείται από έναν υπάλληλο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, έναν υπάλληλο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, έναν μηχανικό της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα, έναν πιστοποιημένο εκτιμητή, εκπρόσωπο του Συλλόγου Εκτιμητών Ελλάδας, εγγεγραμμένο στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών στο πεδίο των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών, έναν εκπρόσωπο της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας και έναν εκπρόσωπο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. με την επωνυμία Ελληνικό Κτηματολόγιο, ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους. Οι επιτροπές συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από πρόταση των αρμόδιων φορέων.

 

Ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις των επιτροπών παρίσταται υποχρεωτικά εκπρόσωπος του οικείου Δήμου, ο οποίος μεταφέρει στην επιτροπή την άποψη του δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 261 του νόμου 3852/2010.

 

Οι επιτροπές δύνανται να ζητούν τη συνδρομή οποιουδήποτε άλλου φορέα ή προσώπου, με εμπειρία και ειδικές γνώσεις πολεοδομίας, τοπογραφίας, οικοδομικών κατασκευών, γεωπονίας ή δασολογίας για την ολοκλήρωση του έργου τους.

 

Οι επιτροπές δύνανται να ζητούν τη χορήγηση μη προσωποποιημένων στοιχείων από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, την Τράπεζα της Ελλάδος και τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, τα οποία παρέχονται υποχρεωτικώς χωρίς την επίκληση απορρήτου. Τα μέλη των επιτροπών και οι εμπειρογνώμονες που λαμβάνουν γνώση των ανωτέρω στοιχείων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους υποχρεούνται να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια.

 

Ο εκπρόσωπος της Υπηρεσίας Δόμησης του οικείου Δήμου προσκομίζει κατά την πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής τα εγκεκριμένα πολεοδομικά σχέδια των περιοχών της περιφέρειάς του, όπως ισχύουν μετά τις τυχόν αναθεωρήσεις ή τροποποιήσεις τους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 1Γ προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 46 του νόμου 4509/2017 (ΦΕΚ 201/Α/2017) και τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 61 του νόμου 4587/2018 (ΦΕΚ 216/Α/2018).

 

1Δ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα, σχετικό με τη συγκρότηση, τον τρόπο και τη μεθοδολογία λειτουργίας των επιτροπών των παραγράφων 1Β και 1Γ, την τεκμηρίωση και διατύπωση των εισηγήσεων, το χρόνο ολοκλήρωσης του έργου τους, τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιλαμβάνεται η επιτροπή της παραγράφου 1Β, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των παραγράφων 1Α, 1Β και 1Γ. Με όμοια απόφαση ανατίθεται η σύνταξη εισήγησης σε πιστοποιημένο εκτιμητή σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α' του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1Β, καθώς και η αμοιβή αυτού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 1Δ προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 61 του νόμου 4587/2018 (ΦΕΚ 216/Α/2018).

 

2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται:

 

α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους σε πίνακες και η συσχέτισή τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες.

β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

 

Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία τούτων.

 

γ) Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των μεταβιβαζομένων εκτός σχεδίου ακινήτων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 24 του νόμου 1828/1989 (ΦΕΚ 2/Α/1989), με την παράγραφο 11 του άρθρου 14 του νόμου 1882/1990 (ΦΕΚ 43/Α/1990), διόρθωση σφαλμάτων στο (ΦΕΚ 51/Α/1990) και με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του νόμου 2579/1998 (ΦΕΚ 31/Α/1998).

 

3. Κάθε άλλη διάταξη, η οποία ρυθμίζει διαφορετικά τη φορολογητέα αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας και τον τρόπο προσδιορισμού της, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος των προεδρικών διαταγμάτων της προηγούμενης παραγράφου μόνο στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος αμφισβητήσει τις προκαθορισμένες τιμές με προσφυγή του ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων.

 

Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση που στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο το τίμημα ή επί αναγκαστικού ή εκούσιου πλειστηριασμού το εκπλειστηρίασμα, είναι μεγαλύτερο της αξίας που προκύπτει με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο φόρος μεταβίβασης υπολογίζεται με βάση το τίμημα ή το εκπλειστηρίασμα αντίστοιχα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 3 του παρόντος άρθρου τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του νόμου 1473/1984 (ΦΕΚ 127/Α/1984).

 

4. Στα μέλη των επιτροπών της παραγράφου 1Γ, που δεν είναι δημόσιοι ή δημοτικοί υπάλληλοι, καταβάλλεται αποζημίωση η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 4 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 61 του νόμου 4587/2018 (ΦΕΚ 216/Α/2018).

 

5. Ο Υπουργός των Οικονομικών καθορίζει, εγκρίνει και δίνει εντολές με αποφάσεις του, για κάθε δαπάνη που είναι αναγκαία για την εκτέλεση και εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η οποία καταλογίζεται στα έξοδα βεβαίωσης των άμεσων φόρων.

 

6. Σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς, χρονικής παροχής ή προίκας, ο φορολογούμενος αναγράφει στην οικεία φορολογική δήλωση την κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενη αξία τους, με βάση την οποία βεβαιώνεται ο φόρος που αναλογεί. Αν ο υπόχρεος σε φόρος θεωρεί την προκαθορισμένη αξία μεγαλύτερη από την αγοραία έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, να ζητήσει με προσφυγή τον προσδιορισμό της αξίας, από το αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο.

 

Αν ασκηθεί προσφυγή, ο Οικονομικός Έφορος διενεργεί έλεγχο για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου και συντάσσει σχετική έκθεση, αντίγραφο της οποίας κοινοποιεί στο φορολογούμενο 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στην έκθεση του άρθρου 82 του [Π] Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, στην οποία περιλαμβάνεται και αίτημα προς το Διοικητικό Δικαστήριο για προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου.

 

Εφόσον το διοικητικό δικαστήριο προσδιορίσει αξία του ακινήτου μεγαλύτερη από την προκαθορισμένη, επιβάλλεται εκτός από τον κύριο φόρο την πληρωμή του οποίου θα διέφευγε ο υπόχρεος και πρόσθετος φόρος, ίσος με ποσοστό 60% της διαφοράς του φόρου.

 

Σε περίπτωση που δεν αμφισβητηθεί η προκαθορισμένη αξία, ο Οικονομικός Έφορος ελέγχει την ακρίβεια των δηλώσεων μόνο όσον αφορά τα προσδιοριστικά στοιχεία των ακινήτων σύμφωνα με τα οποία διαμορφώνεται η αξία τους. Αν διαπιστωθεί ανακρίβεια των στοιχείων τούτων, εκδίδεται πράξη με την οποία καταλογίζεται ο φόρος, την πληρωμή του οποίου θα διέφευγε ο υπόχρεος με την ανακρίβεια καθώς και ο πρόσθετος φόρος ίσος με ποσοστό 100% της διαφοράς του φόρου.

 

Σε περίπτωση που δεν αμφισβητηθεί η προκαθορισμένη αξία, ο Οικονομικός Έφορος ελέγχει την ακρίβεια των δηλώσεων μόνο όσον αφορά τα προσδιοριστικά στοιχεία των ακινήτων σύμφωνα με τα οποία διαμορφώνεται η αξία τους. αν διαπιστωθεί ανακρίβεια των στοιχείων τούτων, εκδίδεται πράξη με την οποία καταλογίζεται ο φόρος, την πληρωμή του οποίου θα διέφυγε ο υπόχρεος με την ανακρίβεια καθώς και ο πρόσθετος φόρος ίσος με ποσοστό 100% της διαφοράς του φόρου.

 

Για κάθε θέμα που δε ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται οι οικίες διατάξεις των φορολογιών μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και προικών, όπως κάθε φορά ισχύουν, καθώς και οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας.

 

Μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την υποβολή της δήλωσης ο υπόχρεος σε φόρο δύναται, χωρίς φορολογική επιβάρυνση, εφ' όσον διαπιστώσει ότι έγινε οποιοδήποτε λογιστικό λάθος κατά τη σύνταξη του φύλλου υπολογισμού της αξίας των ακινήτων ή εσφαλμένη επιλογή των προκαθορισμένων τιμών εκκίνησης ή των συντελεστών αυξομείωσής τους, να υποβάλει νέα δήλωση και να ζητήσει επαναπροσδιορισμό του φόρου, εφ' όσον δεν καταρτίστηκε οριστικό συμβόλαιο με βάση την αρχική δήλωση.

 

Στην περίπτωση αυτήν, εάν ο φόρος που προκύπτει με τη νέα δήλωση είναι μεγαλύτερος, συμψηφίζεται με τον καταβληθέντα, εάν είναι μικρότερος, η επί πλέον διαφορά επιστρέφεται. Αν ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέσα στην προθεσμία του εικοσαήμερου από της υποβολής της δήλωσης διαπιστώσει εσφαλμένο υπολογισμό του φόρου, από υπαιτιότητα της υπηρεσίας, δύναται να προσκαλέσει το φορολογούμενο για την υποβολή, μέσα στην ίδια εικοσαήμερη προθεσμίας, συμπληρωματικής δήλωσης και επαναπροσδιορισμό του φόρου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 6 του παρόντος άρθρου προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του νόμου 1473/1984 (ΦΕΚ 127/Α/1984). Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 προστέθηκε από την παράγραφο 9 του άρθρου 24 του νόμου 1828/1989 (ΦΕΚ 2/Α/1989).

 

7. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και για τον προσδιορισμό της εισφοράς του νόμου 960/1979 (ΦΕΚ 194/Α/1979).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 7 προστέθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του νόμου 1914/1990 (ΦΕΚ 178/Α/1990).

 



Copyright © 2019 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.