Νόμος 3220/04 - Άρθρο 24

Άρθρο 24: Διοικητική επίλυση της διαφοράς και δικαστικός συμβιβασμός


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παρόν άρθρο καταργήθηκε με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 22 του νόμου 3259/2004 (ΦΕΚ 149/Α/2004).

 

1. Το άρθρο 70 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής:

 

{1. Ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε το φύλλο ελέγχου, μπορεί, εφόσον δεν αμφισβητεί την προσδιορισθείσα από τον έλεγχο διαφορά φορολογητέας ύλης, να προτείνει με αίτησή του τη διοικητική επίλυση της διαφοράς μεταξύ αυτού και του προϊσταμένου της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας που έχει εκδώσει το φύλλο ελέγχου, με αποδοχή των αποτελεσμάτων του ελέγχου. Εξαιρετικά, διοικητική επίλυση της διαφοράς μεταξύ του υπόχρεου και του προϊσταμένου της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας που έχει εκδώσει το φύλλο ελέγχου διενεργείται και στις περιπτώσεις που ο υπόχρεος αμφισβητεί την προσδιορισθείσα από τον έλεγχο διαφορά φορολογητέας ύλης, επικαλούμενος αριθμητικά ή λογιστικά λάθη.

 

2. Η αίτηση για διοικητική επίλυση της διαφοράς υποβάλλεται, προκειμένου για σχολάζουσα κληρονομία, από τον κηδεμόνα, για επιδικία από τον προσωρινό διαχειριστή, για μεσεγγύηση από το μεσεγγυούχο, για πτωχεύσαντα από το σύνδικο, για ανήλικο από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα και επί περισσότερων από τον έναν από αυτούς ή γι' αυτόν που έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση από το δικαστικό συμπαραστάτη και προκειμένου για θανόντα φορολογούμενο από τους κληρονόμους του.

 

Τα πρόσωπα, που ζητούν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, υπογράφουν και την πράξη που ορίζεται στην παράγραφο 8.

 

3. Η αίτηση επίλυσης της διαφοράς υποβάλλεται στον προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας που έχει εκδώσει το φύλλο ελέγχου και μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της προσφυγής ή να υποβάλλεται ιδιαιτέρως, μέσα στη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής.

 

4. Εφόσον με την αίτηση αμφισβητείται η προσδιορισθείσα από τον έλεγχο διαφορά φορολογητέας ύλης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1, ο οικείος φάκελος με την αίτηση και όλα τα στοιχεία που προσκομίζονται από τον υπόχρεο για την απόδειξη των ισχυρισμών του, διαβιβάζονται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας σε επιτροπή διοικητικής επίλυσης της διαφοράς.

 

5. Στην έδρα κάθε διοικητικής περιφέρειας, πλην της περιφέρειας Αττικής, συνιστάται Επιτροπή διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία έχει αρμοδιότητα για τις υποθέσεις για τις οποίες τα φύλλα ελέγχου εκδόθηκαν από τις φορολογικές υπηρεσίες που εδρεύουν στην ίδια περιφέρεια. Στην περιφέρεια Αττικής συνιστώνται μία Επιτροπή για τις υποθέσεις για τις οποίες τα φύλλα ελέγχου εκδόθηκαν από το Εθνικό Ελεγκτικό Κέντρο (ΕΘΕΚ) και μία Επιτροπή για τις υποθέσεις για τις οποίες τα φύλλα ελέγχου εκδόθηκαν από τις λοιπές φορολογικές υπηρεσίες που εδρεύουν στην περιφέρεια αυτή. Η Επιτροπή που έχει αρμοδιότητα για τις υποθέσεις του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου είναι πενταμελής και συγκροτείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 30 του [Π] Κώδικα Βιβλίων Στοιχείων. Καθεμία από τις λοιπές Επιτροπές είναι τριμελής και αποτελείται από:

 

α) έναν σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως πρόεδρο, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του,

 

β) έναν προϊστάμενο Ελεγκτικού Κέντρου ή Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας που εδρεύει στην ίδια διοικητική περιφέρεια, ο οποίος αναπληρώνεται από προϊστάμενο άλλου Ελεγκτικού Κέντρου ή Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας,

 

γ) έναν εκπρόσωπο του τοπικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου που προτείνεται με τον αναπληρωτή του από αυτό.

 

Ο προϊστάμενος Ελεγκτικού Κέντρου ή Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας που εξέδωσε το εξεταζόμενο φύλλο ελέγχου δεν μπορεί να μετέχει στην Επιτροπή.

 

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθεμία από τις παραπάνω Επιτροπές μπορεί να λειτουργεί και σε περισσότερα από ένα τμήματα.

 

Για τη συγκρότηση, απαρτία, πλειοψηφία και λειτουργία των παραπάνω Επιτροπών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Οργανισμού του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για τα συλλογικά όργανα.

 

Χρέη γραμματέα των παραπάνω Επιτροπών εκτελεί φοροτεχνικός υπάλληλος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης κατηγορίας που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον πρόεδρο κάθε Επιτροπής.

 

6. Οι συμμετέχοντες στις παραπάνω Επιτροπές έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα.

 

7. Η θητεία των εκπροσώπων του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, καθώς και των αναπληρωτών τους, που μετέχουν στις Επιτροπές της παραγράφου 4, είναι διετής, και αρχίζει από την ημερομηνία που αυτοί ορίστηκαν ως εκπρόσωποι, χωρίς δυνατότητα ανανέωσής της για δεύτερη συνεχόμενη φορά.

 

8. Κατά τη συζήτηση της αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, παρίσταται ο φορολογούμενος αυτοπροσώπως ή με εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 9. Αν δεν παραστεί ο φορολογούμενος ή εκπρόσωπός του κατά τη συνεδρίαση που έχει ορισθεί για την εξέταση της αίτησής του, ή παραστεί και δεν επιτευχθεί συνολικός διοικητικός συμβιβασμός, η διοικητική επίλυση της διαφοράς ματαιώνεται. Κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής της παραγράφου 4 παρίσταται και ο προϊστάμενος της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής ή υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν για παροχή διευκρινίσεων. Στις τριμελείς Επιτροπές η εξέταση του αιτήματος για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν κωλύεται αν απουσιάζει κατά τη συζήτηση ένα από τα μέλη της Επιτροπής.

 

9. Αν συμπέσουν οι απόψεις του υπόχρεου και του προϊσταμένου της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή της Επιτροπής, όταν πρόκειται για υποθέσεις για τις οποίες αρμόδιες για την επίλυση της διαφοράς είναι οι Επιτροπές της παραγράφου 4, συντάσσεται και υπογράφεται, από όλα τα μέρη που μετέχουν στη διαδικασία, πράξη επίλυσης της διαφοράς.

 

Με την πράξη αυτή που είναι αμετάκλητη θεωρείται ότι η διαφορά επιλύθηκε ολικώς ή μερικώς. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκήθηκε προσφυγή, αυτή δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ή ισχύει μόνο για το μέρος που δεν επιλύθηκε η διαφορά.

 

Αν ζητηθεί η διοικητική επίλυση της διαφοράς με ιδιαίτερη αίτηση, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλεται με την υποβολή της αίτησης, μη υπολογιζόμενης της ημέρας υποβολής αυτής και συνεχίζεται από την επόμενη εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα της ημέρας υπογραφής της πράξης ματαίωσης ή μερικής επίλυσης της διαφοράς.

 

10. Η παράσταση κατά τη συζήτηση της αίτησης για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και η υπογραφή της σχετικής πράξης μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο του υπόχρεου, εφόσον κατατεθεί στον προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας ή στην αρμόδια κατά περίπτωση Επιτροπή ειδικό προς τούτο πληρεξούσιο έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό με θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής.

 

11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών συγκροτούνται οι Επιτροπές της παραγράφου 4, ορίζεται η αποζημίωση του προέδρου, των μελών και του γραμματέα αυτών και καθορίζεται η διαδικασία για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

 

12. Επί διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, περιορίζεται στο μισό (1/2) το ποσοστό προσαύξησης, του συντελεστή καθαρού κέρδους ή καθαρού εισοδήματος ή καθαρών αμοιβών, που προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 2 του άρθρου 32, 2 και 4 του άρθρου 34, 3 του άρθρου 41, 5 του άρθρου 49 και 4 του άρθρου 50. Οι διατάξεις που ορίζουν ότι επί εξωλογιστικού προσδιορισμού εφαρμόζεται ο συντελεστής που προκύπτει από το λογιστικό προσδιορισμό, εφόσον αυτός είναι μεγαλύτερος από το συντελεστή που προβλέπεται για το οικείο επάγγελμα, ισχύουν και κατά την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου.

 

13. Αντίγραφο της πράξης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς που υπογράφεται παραδίδεται στον υπόχρεο. Η πράξη αυτή επέχει και θέση ατομικής ειδοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του νομοθετικού διατάγματος [Ν] 356/1974 (ΦΕΚ 90/Α/1974) [Π] Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.}

 

2. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 71 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής:

 

{Στο δικαστικό συμβιβασμό δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 70.}

 

3. Η παράγραφος 6 του άρθρου 71 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής:

 

{6. Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 70 ισχύουν και στην περίπτωση του δικαστικού συμβιβασμού.}

 



Copyright © 2017 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.