Νόμος 4267/14 - Άρθρο 19

Άρθρο 19


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 9 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

 

{3. Αν ο πρόεδρος ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το εφετείο προβλέπει ότι κάποια δίκη θα διαρκέσει πολύ, ορίζει με πράξη του έως δύο συμπαρεδρεύοντες δικαστές, όταν το εφετείο αποτελείται από τρεις δικαστές, και έως τρεις, όταν αποτελείται από πέντε δικαστές, για να αναπληρώσουν αυτούς που θα έχουν τυχόν κώλυμα κατά τη διάρκεια της δίκης. Όπου διενεργείται κλήρωση των συνθέσεων, ο ορισμός γίνεται αμέσως μετά την κλήρωση του μεν προέδρου από τον πίνακα των κληρωθέντων αναπληρωματικών προέδρων των δε μελών της σύνθεσης από τον πίνακα των κληρωθέντων αναπληρωματικών δικαστών, κατά τη σειρά της κληρώσεώς τους. Σε περίπτωση κωλύματος του προέδρου την προεδρία αναλαμβάνει ο αρχαιότερος μεταξύ αυτών που απομένουν, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συμπαρεδρεύοντες.}

 

2. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθενται εδάφια, ως εξής:

 

{Ειδικότερα, η επίδοση βουλευμάτων και αποφάσεων μπορεί να γίνει και με παράδοση του σχετικού εγγράφου (αποφάσεως ή βουλεύματος) στον ενδιαφερόμενο σε ψηφιακή μορφή, η γνησιότητα του περιεχομένου του οποίου θα πιστοποιείται με προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η παράδοση του πιο πάνω εγγράφου συνοδεύεται με την παράδοση στα χέρια του ενδιαφερομένου έκθεσης, στην οποία θα αναφέρεται το είδος του επιδιδομένου εγγράφου και ο λόγος για τον οποίο αυτό επιδίδεται.}

 

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 155 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

 

{2. Αν ένα από τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, αυτός που κάνει την επίδοση το επικολλά στην πόρτα της κατοικίας ή, προκειμένου για ξενοδοχείο ή οικοτροφείο, στην πόρτα του δωματίου, όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος ή στην πόρτα του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος ή απόφασης σε ψηφιακή μορφή, αυτός που κάνει την επίδοση επικολλά σφραγισμένο φάκελο, που περιέχει την προβλεπόμενη στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 έκθεση, μαζί με το έγγραφο σε ψηφιακή μορφή. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδάφια β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το επιδιδόμενο έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερόμενου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου.

 

Σε αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο.}

 

4. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 161 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

{Σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος ή αποφάσεως με παράδοση σε ψηφιακή μορφή, η σημείωση του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται επί της εκθέσεως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 155.}

 

5. Η προβλεπόμενη στην κείμενη νομοθεσία ηλεκτρονική κατάθεση ενδίκων μέσων, βοηθημάτων και οποιουδήποτε εν γένει δικογράφου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις, μπορεί να γίνει και εκτός των ωρών λειτουργίας των υπηρεσιών και των γραμματειών των δικαστηρίων, καθώς και κατά τις εξαιρετέες ημέρες. Δικόγραφα κατατιθέμενα σε οποιαδήποτε ώρα εργάσιμης ημέρας λογίζονται ότι κατατέθηκαν μέσα στο ωράριο εργασίας της ίδιας ημέρας. Δικόγραφα κατατιθέμενα σε εξαιρετέες ημέρες λογίζονται ότι κατατίθενται την αμέσως επόμενη ημέρα.

 

6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 148 του νόμου [Ν] 4194/2013 (ΦΕΚ 208/Α/2013) αντικαθίσταται ως εξής:

 

{3. Ο αντιπρόεδρος και οι 3 αρεοπαγίτες ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μέσα στο μήνα Δεκέμβριο κάθε διετίας. Η θητεία τους είναι διετής και αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου.}

 

7. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 148 του νόμου [Ν] 4194/2013 (ΦΕΚ 208/Α/2013) αντικαθίσταται ως εξής:

 

{4. Οι δικηγόροι που είναι τακτικά και αναπληρωματικά μέλη επιλέγονται ύστερα από κλήρωση που διενεργείται το μήνα Δεκέμβριο κάθε διετίας από τη Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος από κατάλογο πενταπλασίου του αριθμού προς κλήρωση, ο οποίος συντάσσεται με απόφασή της.}

 

8. Η παράγραφος 9 του άρθρου 165 του νόμου [Ν] 4194/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

 

{9. Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 148 αρχίζει από 01-01-2015. Η θητεία των μελών του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου που κληρώθηκαν για το έτος 2013 παρατείνεται έως τις 31-12-2014. Η συγκρότηση του πρώτου Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το Δεκέμβριο του 2014. Έως τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την κύρωση του Κώδικα.}

 

9. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του νόμου 2721/1999 (ΦΕΚ 112/Α/1999) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

{Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί στην υπηρεσία αυτή να ανατεθούν καθήκοντα φύλαξης των κτιρίων της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου, καθώς και των εισόδων των δικαστικών κτιρίων της Περιφέρειας, στην οποία βρίσκονται τα καταστήματα κράτησης.}

 

10. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6)α του άρθρου 8 του νόμου 4198/2013 (ΦΕΚ 215/Α/2013), χορηγείται νέα προθεσμία 3 μηνών, που αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εντός της οποίας οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, οι οποίοι υπογράφουν τις σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως, οφείλουν να καταθέσουν στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου εξουσιοδότηση του αλλοδαπού διαδίκου, θεωρημένη ως προς το γνήσιο της υπογραφής του, στην οποία να δηλώνεται ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υποθέσεως. Η δήλωση αυτή μπορεί να γίνει και με αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου στη γραμματεία του δικαστηρίου. Δίκες, που έχουν κηρυχθεί καταργημένες κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6)α του άρθρου 8 του νόμου 4198/2013, θεωρούνται ως μηδέποτε καταργηθείσες και καθίστανται εκ νέου εκκρεμείς, εφόσον υποβληθεί η κατά τα ανωτέρω δήλωση.

 

11. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 110Β του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει, προστίθενται εδάφια ως εξής:

 

{Με εξαίρεση τις πράξεις των άρθρων 134 και 187Α, η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή σε καταδίκους των πράξεων του εδαφίου αυτού, αν πάσχουν από νοσήματα με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω. Η διακρίβωση της αναπηρίας γίνεται, μετά από αίτηση του καταδίκου, από το αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών, το οποίο διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα.}

 

12. Στο τέλος της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει, προστίθενται εδάφια ως εξής:

 

{Με εξαίρεση τις πράξεις των άρθρων 134 και 187Α, η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή σε υπόδικους των πράξεων του εδαφίου αυτού, αν πάσχουν από νοσήματα με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω. Η διακρίβωση της αναπηρίας γίνεται, μετά από αίτηση του υποδίκου, από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, το οποίο διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα.}

 

13. Η παράγραφος 8 του άρθρου 17Β (κλήρωση των συνθέσεων) του νόμου [Ν] 1756/1988 (ΦΕΚ 35/Α/1988) καταργείται.

 



Copyright © 2017 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.