Προεδρικό διάταγμα 13/2/12b - Άρθρο 2

Άρθρο 2: Όροι Προστασίας και Δόμησης


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

Στους τομείς Α, Β και Γ του οικισμού Εθιά, όπως αποτυπώνονται στο διάγραμμα του άρθρου 1, οι όροι προστασίας και δόμησης των ακινήτων αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και των λοιπών δομημένων ή μη ακινήτων καθορίζονται ως εξής:

 

Α. Τομέας Α - Παραδοσιακό τμήμα

 

Α. 1. Ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς

 

Α.1. 1. Ορισμοί και όροι προστασίας

 

α) Ακίνητο αρχιτεκτονικής κληρονομιάς θεωρείται οποιαδήποτε ιδιοκτησία μέσα στην οποία υπάρχει παλαιό, παραδοσιακού χαρακτήρα κτίριο ή συγκρότημα κτιρίων, που αντιπροσωπεύει το βασικό οικιστικό πρότυπο του κρητικού σπιτιού, όπως αυτό καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο και που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της αυτόχθονης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

 

β) Ως βασικό οικιστικό πρότυπο νοείται σύνολο αποτελούμενο από το κυρίως διώροφο κτίριο κατοικίας και μονώροφο βοηθητικό κτίσμα που εφάπτεται του πρώτου. Τα κτίρια διατάσσονται σε σχήμα Γ, τα υπόλοιπα δε όρια του ακινήτου καθορίζονται με υψηλό μαντρότοιχο και αυλόθυρα, περικλείοντας την αυλή. Το οικιστικό πρότυπο ενίοτε εμφανίζεται και σε απλούστερες παραλλαγές και διατάξεις, είτε με μονώροφο και το κύριο κτίριο κατοικίας, είτε με μεμονωμένο διώροφο κτίριο. Περιβάλλεται όμως πάντα με μαντρότοιχο και αυλόθυρα.

 

γ) Το ανωτέρω βασικό οικιστικό πρότυπο, με όποιες παραλλαγές του απαντάται, θεωρείται παραδοσιακό, αντιπροσωπευτικό δείγμα της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής φυσιογνωμίας του οικισμού και προστατεύεται στο σύνολο του (κτίρια, μάντρες, παραρτήματα, λειτουργικά στοιχεία και στοιχεία εξοπλισμού, εσωτερικά και εξωτερικά του κτιρίου). Η αναγνώριση του αυθεντικού προτύπου και η διάκριση του από τυχόν μεταγενέστερες επεμβάσεις και αλλοιώσεις διενεργείται από την Επιτροπή Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου. Η Επιτροπή Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου αποφαίνεται αιτιολογημένα, αφού λάβει υπόψη τη σχετική τεχνική έκθεση του ενδιαφερομένου και τα προσκομιζόμενα στοιχεία τεκμηρίωσης, όπως φωτογραφίες, σχέδια και άλλα συναφή αποδεικτικά στοιχεία.

 

δ) Απαγορεύεται η κατεδάφιση, καταστροφή ή αλλοίωση των ανωτέρω παραδοσιακών κτιρίων - οικιστικών προτύπων ή τμημάτων τους, καθώς και επιμέρους στοιχείων τους όπως αρχιτεκτονικά ή στατικά ή λειτουργικά στοιχεία ή στοιχεία εξοπλισμού (φούρνοι, καμινάδες τζάκια, ερμάρια), με μη συμβατές επεμβάσεις και ιδίως με επισκευές μετατροπές ή προσθήκες.

 

ε) Στα ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς επιτρέπονται εργασίες συντήρησης ή επισκευής ή, ανακατασκευής ετοιμόρροπων τμημάτων τους ή ενίσχυσης του φέροντος οργανισμού τους. Επιτρέπονται επίσης οι εργασίες εκσυγχρονισμού των υδραυλικών, ηλεκτρολογικών και λοιπών συναφών εγκαταστάσεων των ακινήτων, εφ' όσον είναι απαραίτητες για τη χρήση τους.

 

στ) Εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη χρήση του ακινήτου, επιτρέπονται περιορισμένες επεμβάσεις στο κέλυφος των κτιρίων, όπως μικρή τροποποίηση των ανοιγμάτων, προσθήκη λειτουργικών στοιχείων (φούρνος, καμινάδα, εξωτερική κλίμακα), ή στο εσωτερικό τους με συνένωση ή διαχωρισμό των χώρων.

 

ζ) Όλες οι παραπάνω υπό ε' και στ' εργασίες και επεμβάσεις πρέπει να εκτελούνται κατά τα παραδοσιακά πρότυπα, με σεβασμό στην αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, την κατασκευαστική δομή και τεχνική του κτίσματος. Αξιόλογα στοιχεία της διακόσμησης της μόνιμης επίπλωσης ή του εξοπλισμού του κτιρίου, όπως επίπλαστος ή ζωγραφικός διάκοσμος ξύλινα εσωτερικά κλιμακοστάσια, ερμάρια, θύρες σταμνοθήκες, τζάκια, διατηρούνται υποχρεωτικά ή εφόσον τούτο είναι ανέφικτο επανατοποθετούνται σε άλλη κατάλληλη θέση.

 

η) Κατά την υποβολή αιτημάτων στην πολεοδομική υπηρεσία για επισκευές και επεμβάσεις, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται για άρση τυχόν αλλοιώσεων ή μη συμβατών με την φυσιογνωμία του κτιρίου και του οικισμού προσθηκών και επεμβάσεων εν γένει.

 

Α.1.2. Όροι δόμησης

 

Στα ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ισχύουν και οι ακόλουθοι όροι:

 

α) Το βασικό πρότυπο που συγκροτούν τα υφιστάμενα κτίρια ή ερείπια αρχιτεκτονικής κληρονομιάς αποτελεί την οικιστική χωρητικότητα του ακινήτου. Στα ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς απαγορεύεται οποιαδήποτε προσθήκη, καθ' ύψος ή κατ' έκταση. Κατ' εξαίρεση και εφ' όσον τούτο κρίνεται απαραίτητο για την επανάχρηση του κτιρίου, επιτρέπονται, ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου, περιορισμένες προσθήκες που δεν επηρεάζουν, με τη θέση και το σχήμα τους, την ογκοπλαστική διαμόρφωση του προτύπου, ιδίως δε δεν αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της αυλής και τη σημασία της ως ζωτικού χώρου της παραδοσιακής κατοικίας. Η έγκριση συνοδεύεται από λεπτομερή αιτιολογική έκθεση, στην οποία εξετάζονται, ιδίως η διάταξη των κτιρίων και η ογκοπλαστική διαμόρφωση τους, καθώς και οι οπτικές φυγές από τους αύλειους χώρους των γειτονικών κτιρίων ή τους κοινόχρηστους χώρους. Ο συνολικός συντελεστής δομήσεως του ακινήτου που προκύπτει με την κατά τα ανωτέρω προσθήκη σε υφιστάμενο κτίριο δεν δύναται να υπερβαίνει το 1,00. Κατά τα λοιπά για την προσθήκη ισχύουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της παραγράφου Α.2. του παρόντος άρθρου, καθώς και του άρθρου 3. Στα ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης ορίζεται στο 70% της επιφανείας του ακινήτου. Ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς με μεγαλύτερη κάλυψη θεωρούνται, νομίμως υφιστάμενα, με την προϋπόθεση ότι η μεγαλύτερη κάλυψη δεν οφείλεται σε μεταγενέστερες αλλοιώσεις του αυθεντικού προτύπου.

 

β) Σε περίπτωση ερειπίων ή υπολειμμάτων κτιρίων που δεν συγκροτούν ολοκληρωμένο οικιστικό πρότυπο, όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο (Α.1.1.), επιτρέπεται η αναστήλωση ή συμπλήρωση του υφισταμένου, κατά τα παραδοσιακά πρότυπα του οικισμού, μετά από αιτιολογημένη γνωμοδότηση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου.

 

γ) Σε περίπτωση ακινήτου αρχιτεκτονικής κληρονομιάς το οποίο είναι επικινδύνως ετοιμόρροπο και εφόσον δεν υφίσταται ή δυνατότητα αποσόβησης του κινδύνου με ήπιες επεμβάσεις αλλά επιβάλλεται η κατεδάφισή του, το κτίριο ανακατασκευάζεται στην αρχική του μορφή, βάσει αποτύπωσης και φωτογράφησης της υφιστάμενης κατάστασης που απαιτείται πριν από τη σύνταξη πρωτοκόλλου επικινδύνως ετοιμόρροπου και κατεδάφισης του κτιρίου.

 

δ) Εφόσον υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία τεκμηριώνεται η αρχική μορφή του κτιρίου, όπως φωτογραφίες με βεβαία χρονολογία, προσηκόντως θεωρημένες για τη γνησιότητα τους εγκεκριμένα σχέδια, βιβλιογραφικές μαρτυρίες, επιτρέπονται οι εργασίες επισκευής και συντήρησης για την αποκατάσταση του αρχικού κτιρίου (στο τυπολογικό, μορφολογικό και κατασκευαστικό επίπεδο). Οι εργασίες αυτές γίνονται κατά τρόπο συμβατό με την κατασκευαστική δομή και τεχνική των ακινήτων, ύστερα από αιτιολογημένη κρίση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου.

 

A.2. Αδόμητα - Λοιπά ακίνητα

 

α) - Ελάχιστο Πρόσωπο = 10 m.

- Ελάχιστο Εμβαδά = 300 m2

 

β) Κατά παρέκκλιση θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα οικόπεδα με όποιο εμβαδόν είχαν στις 03-05-1985, ημερομηνία δημοσίευσης του από 24-04-1985 προεδρικού διατάγματος (ΦΕΚ 181/Δ/1985), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

 

γ) Το μέγιστο ποσοστό κάλυψης ορίζεται στο 60%.

 

δ) Ο συντελεστής δόμησης ορίζεται ως εξής:

 

i. Για οικόπεδα ίσα ή μικρότερα των 150 m2 σε 0,8

ii. Για το τμήμα πέραν των 150 m2 σε 0,6

iii. Για ακίνητα που είναι μεγαλύτερα των 300 m2 ο συντελεστής δόμησης ορίζεται σε 0,4

 

ε) Δεν επιτρέπεται η κατασκευή κτιρίων που η επιφάνεια τους να ξεπερνά τα 300 m2 για κατοικία και τα 400 m2 για τις λοιπές χρήσεις.

 

Β. Τομέας Β - Αραιοδομημένο τμήμα οικισμού

 

Β. 1. Ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς

 

Για τα ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς που εμπίπτουν στον τομέα Β εφαρμόζονται οι παραπάνω διατάξεις με στοιχεία Α.1.1. και Α.1.2.

 

Β.2. Αδόμητα - Λοιπά ακίνητα

 

α) - Όριο αρτιότητας 2000 m2

- Ελάχιστο πρόσωπο 16.00 m

 

β) Μέγιστο ποσοστό κάλυψης 15%

 

γ) Ο συντελεστής δόμησης ορίζεται σε 0,10

 

Γ. Τομέας Γ - Ζώνη προστασίας παραδοσιακού οικισμού

 

Στον Τομέα Γ ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 περίπτωση α' του νόμου 3937/2011 (ΦΕΚ 60/Α/2011), καθώς και οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

 

Δ. Λοιποί όροι και περιορισμοί δόμησης τομέων A' +B'

 

Για τους τομείς Α' και Β', όπως και για ακίνητα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στα οποία δύναται να επιτραπεί προσθήκη υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος στον ευρύτερο ιδιοκτησιακό χώρο ισχύουν τα ακόλουθα:

 

α) Μέγιστος αριθμός ορόφων κτιρίων 2 με μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος τα 7.50 m, μετρούμενο από το χαμηλότερο σημείο της τομής του περιγράμματος του κτιρίου με τη φυσική στάθμη του εδάφους, έως τη στέψη του κτιρίου, μη συμπεριλαμβανομένης της στέγης ή του στηθαίου δώματος. Πάνω από το μέγιστο ύψος επιτρέπεται μόνο η κατασκευή στέγης ή δώματος κατά τα παραδοσιακά πρότυπα.

 

β) Απαγορεύεται η κατασκευή κτιρίων επί υποστυλωμάτων, καθώς και λυόμενων οικίσκων.

 

γ) Η τοποθέτηση του κτιρίου στο ακίνητο γίνεται με τα παρακάτω κριτήρια:

 

i. ο ακάλυπτος χώρος πρέπει να είναι διατεταγμένος σε αυλή ή αυλές

 

ii. το φυσικό περιβάλλον του ακινήτου και των ομόρων του, καθώς και του κοινόχρηστου χώρου, πρέπει να προστατεύεται και να αναδεικνύεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παράγραφος η του παρόντος.

 

iii. Μνημεία ή αξιόλογα κτίρια που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με το υπό ανέγερση κτίριο, όπως και η οπτική θέα προς αξιόλογους χώρους του οικισμού πρέπει να προστατεύονται και να αναδεικνύονται.

 

δ) Κατ' εξαίρεση η Επιτροπή Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου, με αιτιολογημένη κρίση της και μέσα στα όρια των όρων δόμησης που προβλέπει το παρόν διάταγμα, μπορεί να επιτρέψει μεταβολή της θέσης και του όγκου του κτιρίου στο ακίνητο, υπό την προϋπόθεση ότι οι μεταβολές αυτές συμβάλλουν στην εναρμόνιση του νέου κτιρίου με τα παραδοσιακά, πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά πρότυπα του οικισμού και στην ανάδειξη στοιχείων του δομημένου ή φυσικού περιβάλλοντος τα οποία συνιστούν την ιδιαίτερη πολεοδομική και αρχιτεκτονική ταυτότητα του οικισμού.

 

ε) Σε περίπτωση που το οικόπεδο του υπό ανέγερση κτιρίου γειτνιάζει με πολεοδομικά ενδιαφέροντα σημεία του οικισμού, που αποτελούν τοπόσημα, η Επιτροπή Αρχιτεκτονικού και Πολεοδομικού Ελέγχου δύναται να προτείνει στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορισμό ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου 1577/1985, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 3 του νόμου 2831/2000.

 



Copyright © 2020 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.