Προεδρικό διάταγμα 14/7/99 - Άρθρο 153

Άρθρο 153: Περιεχόμενο σχεδίων - Τρόπος σύνταξης διαγραμμάτων


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

(άρθρο 2 παράγραφοι 1, 3, 4 και άρθρο 22 από 17-07-1923 νομοθετικού διατάγματος, παράγραφος 1 του από 08-08-1926 νομοθετικού διατάγματος, άρθρο 1 του νόμου 3976/1929, άρθρο 18 παράγραφοι 2, 3, 4, 5 και άρθρα 19 και 20 του από 03-04-1929 προεδρικού διατάγματος, διόρθωση σφάλματος (ΦΕΚ 289/Α/1929))

 

1. Τα κατά το προηγούμενο άρθρο σχέδια καθορίζουν ανάλογα με τις προβλεπόμενες ανάγκες εκτός των άλλων:

 

α) τις οδούς και πλατείες, τους κοινόχρηστους κήπους, πρασιές και άλση και γενικά τους κοινόχρηστους χώρους που είναι αναγκαίοι για κοινωφελείς σκοπούς.

 

β) τα οικόπεδα που είναι αναγκαία για την ανέγερση δημόσιων δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων και την εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων κοινής ωφέλειας έργων και

 

γ) τους οικοδομήσιμους χώρους και γενικά τη χρησιμοποίηση κάθε θέσης για ορισμένο κοινωνικό σκοπό.

 

Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μπορεί να ορίζονται λεπτομερώς σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω (εδάφιο α) κοινωφελείς σκοποί και τα κοινής ωφέλειας έργα (εδάφιο β).

 

Σ' αυτά τα ίδια σχέδια μπορεί να χαρακτηρίζονται και οι αρχαιολογικοί χώροι σύμφωνα με τις σχετικές υποδείξεις της αρμόδιας υπηρεσίας.

 

2. Οι χώροι που καθορίζονται στο εγκεκριμένο σχέδιο σύμφωνα με την παράγραφο 1)α αμέσως μετά την απαλλοτρίωση των ακινήτων που καταλαμβάνονται από αυτούς καθίστανται αυτοδίκαια κοινόχρηστοι.

 

3. Τα παραπάνω σχέδια συντάσσονται με βάση οριζοντιογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα στο οποίο εμφανίζονται υπό κλίμακα η μορφή του εδάφους και οι κατά τη σύνταξη του σχεδίου σε αυτό υφιστάμενες οδοί, ρέματα, οικοδομές και λοιπά αντικείμενα και συνοδεύονται από τους αναγκαίους επεξηγηματικούς πίνακες και υπομνήματα. Με προεδρικά διατάγματα κανονίζεται ο τρόπος σύνταξης και ελέγχου των τοπογραφικών κ.λ.π. χαρτών και σχεδίων που αναφέρονται παραπάνω.

 

4. Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο χάρτες πρέπει να συντάσσονται σύμφωνα με τα επόμενα:

 

Α. Τριγωνισμός

 

Το πρωτεύον τριγωνομετρικό δίκτυο αποτελείται από τρίγωνα όσο το δυνατόν ομοιόμορφα (χωρίς μεγάλες διαφορές στα μήκη των πλευρών) και κανονικά (χωρίς οξείες γωνίες) με πλευρές όχι μεγαλύτερες από 2.000 m. Το τριγωνομετρικό δίκτυο θα στηρίζεται σε βάση που επιλέγεται σε έδαφος όσο το δυνατόν ομαλό και οριζόντιο και που μετριέται τέσσερις φορές με ξύλινο κανόνα ή μεταλλική μετροταινία, συγκρινόμενη με κανονικό μέτρο (π.χ. του Πολυτεχνείου).

 

Για τον έλεγχο όλου του δικτύου θα μετριέται και άλλη κανονική βάση στο άλλο άκρο του τριγωνομετρικού δικτύου. Σε περίπτωση που κοντά στην προς αποτύπωση έκταση φτάνει και το κρατικό τριγωνομετρικό δίκτυο (π.χ. δύο κορυφές αυτού βρίσκονται περίπου 5 km από την έκταση που αποτυπώνεται) τότε η εξάρτηση του τριγωνομετρικού δικτύου της πόλης γίνεται από το κρατικό δίκτυο με μετρούμενη βάση ελέγχου στο άκρο του τοπικού δικτύου. Ανεκτό σφάλμα ορίζεται σε 0,0001Μ, όπου Μ είναι το συνολικό μήκος της βάσης.

 

Η ανεύρεση των τριγωνομετρικών σημείων εξασφαλίζεται με πλήρη περιγραφή της θέσης αυτών και με ανάλογες μετρήσεις που αναγράφονται σε ιδιαίτερο σημειωματάριο.

 

Β. Πολυγωνομετρικές οδεύσεις

 

Οι πολυγωνομετρικές οδεύσεις για την αποτύπωση των εδαφικών λεπτομερειών, πρέπει να είναι όλες εξαρτημένες από τριγωνομετρικά σημεία ή και από πολυγωνομετρικά που έχουν ήδη προσδιορισθεί, το δε μήκος αυτών (δηλαδή το άθροισμα των μηκών των πλευρών) να μην υπερβαίνει τα 1200 m. Το μήκος κάθε πλευράς όδευσης ενδείκνυται να μην υπερβαίνει τα 200 m αλλά και να μην είναι μικρότερο από 30 m.

 

Οι παρακείμενες πλευρές ενδείκνυται να μη διαφέρουν πολύ μεταξύ τους στο μήκος, και ο μεταξύ τους λόγος να είναι πάντα μεγαλύτερος του ενός τετάρτου.

 

Οι γωνίες κάθε πολυγωνομετρικής όδευσης ενδείκνυται να μη διαφέρουν πολύ των 200 β, αλλά να περιέχονται μεταξύ των ορίων 150 β - 200 β.

 

Οι πλευρές των πολυγωνομετρικών οδεύσεων θα μετρώνται δύο φορές με χαλύβδινη μετροταινία, η δε διαφορά μεταξύ των μετρήσεων της ίδιας πλευράς δεν πρέπει να υπερβαίνει την τιμή που δίδεται από τον παρακάτω τύπο:

 

Eqn643

 

όπου Μ το μήκος της πλευράς.

 

Το ολικό γωνιώδες σφάλμα κλίσεως πρέπει να είναι μικρότερο του 0,01 Ν για τις πρωτεύουσες οδεύσεις (αυτές που αρχίζουν και καταλήγουν σε τριγωνομετρικό σημείο) και 0,02 Ν για τις δευτερεύουσες οδεύσεις, όπου Ν είναι ο αριθμός των γωνιών οδεύσεως που μετρήθηκαν. Το σφάλμα παρέχεται σε εκατοστά βαθμού εκατονταδικής διαίρεσης.

 

Το ολικό γραφικό σφάλμα κλίσης όδευσης, που βρίσκεται από τον τύπο:

 

Eqn644

 

όπου FX και FY τα επί τετμημένων και τεταγμένων ολικά σφάλματα, πρέπει να μην υπερβαίνει τα ανεκτά όρια που δίδονται από τους επόμενους τύπους:

 

Eqn645, για τις πρωτεύουσες οδεύσεις,

 

Eqn646 για τις δευτερεύουσες οδεύσεις,

 

όπου Μ είναι το μήκος της όδευσης σε m.

 

Γ. Χωροστάθμηση

 

Το χωροσταθμικό δίκτυο το οποίο αποτελεί τη βάση της υψομετρικής αποτύπωσης σημαίνεται με μόνιμες σταθερές υψομετρικές αφετηρίες από χυτοσίδηρο εντοιχισμένες σε στερεά μόνιμα κτίρια (εκκλησίες, σχολεία κ.λ.π). Για το σκοπό αυτό διανοίγονται κατάλληλες οπές μακριά από τους αρμούς της οικοδομής. Τα υψόμετρα των αφετηριών προσδιορίζονται μέσω χωροβάτη με χωροσταθμικές οδεύσεις. Οι αφετηρίες κατανέμονται κατά τρόπο που εξασφαλίζει τον καθορισμό του υψομέτρου σε οποιαδήποτε θέση το πολύ με δύο διαδοχικές στάσεις του χωροβάτη. Οι μεταξύ αυτών υψομετρικές διαφορές προσδιορίζονται με διπλή χωροστάθμηση. Η μεταξύ των δύο εξαγομένων διαφορά οφείλει να μην υπερβαίνει το ανεκτό όριο που δίδεται σε m από τον τύπο:

 

Eqn647

 

όπου Μ το μήκος της χωροσταθμικής όδευσης σε km και h το απόλυτο άθροισμα των διαφορών της στάθμης σε m. Τα υψόμετρα ανάγονται γενικά στο γενικό υψομετρικό ορίζοντα του κράτους, με εξάρτηση του χωροσταθμικού δικτύου από κάποιο σταθερό υψομετρικό σημείο γνωστού υψομέτρου (παρακείμενης οδού ή σιδηροδρομικής γραμμής) ή και με αναγωγή στη στάθμη της θάλασσας εφόσον αυτό είναι δυνατό.

 

Δ. Τρόπος αποτύπωσης των εδαφικών λεπτομερειών

 

Οι εδαφικές λεπτομέρειες του πυκνοκατοικημένου μέρους της πόλης αποτυπώνονται με ορθογώνιες συντεταγμένες από τις πολυγωνομετρικές πλευρές με τη βοήθεια ορθογώνου. Με τον ίδιο τρόπο ορίζονται γενικά και οι θέσεις κάθε οικοδομικού έργου. Οι τετμημένες και τεταγμένες μετριούνται με κανόνες ξύλινους ή με χαλύβδινη μετροταινία αφού προηγουμένως συγκριθούν με κανονικό μέτρο.

 

Τα στοιχεία που πρέπει να αποτυπώνονται και στα πυκνοκατοικημένα και στα αραιοκατοικημένα τμήματα της πόλης είναι τα περιγράμματα των οικοδομικών τετραγώνων και οι εντός αυτών ακάλυπτοι χώροι, αυλές, κήποι, όλα τα μεμονωμένα ή και συνεχόμενα οικοδομήματα καθώς και τα μεταξύ αυτών γήπεδα με καθορισμό του αριθμού των ορόφων και κατάταξη αυτών σε ποιότητες (καινούργιο, ετοιμόρροπο κ.λ.π.), οι διαχωριστικοί τοίχοι και γενικά μαντρότοιχοι, φράκτες, πηγάδια, μεγάλα δένδρα και κάθε είδους τεχνικά έργα, δεξαμενές, μεμονωμένοι τοίχοι ή τοίχοι υποστήριξης, ερείπια, αρχαία μνημεία, νεκροταφεία, υδραγωγεία, ανοιχτοί οχετοί, χαντάκια, χείμαρροι, ρυάκια κ.λ.π. Πάντως λαμβάνεται υπόψη ότι πρέπει να απεικονίζεται και το εσωτερικό των οικοδομικών τετραγώνων μέχρι βάθους από την υπάρχουσα οικοδομική γραμμή 10 m τουλάχιστον και, αν είναι ανάγκη, και πιο μέσα για να επιτευχθεί άρτια παράσταση του συνόλου της κυρίας οικοδομής ώστε κατά τις διαπλατύνσεις ή ευθυγραμμίσεις που θα μελετηθούν να είναι γνωστή η σύνθεση των πλευρών των οικοδομικών τετραγώνων.

 

Όπου κατά τη μελέτη του ρυμοτομικού σχεδίου κριθεί αναγκαία ριζικότερη ρυμοτομία διαμέσου οικοδομικών τετραγώνων τότε, εφόσον η υπάρχουσα αποτύπωση δεν είναι επαρκής, αποτυπώνεται ολόκληρο το θιγόμενο εσωτερικό των οικοδομικών τετραγώνων με την απλούστερη τοπογραφική μέθοδο.

 

5. Απλούστευση τοπογραφικών εργασιών για μικρές κωμοπόλεις.

 

Επιτρέπεται παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραπάνω παραγράφου εφόσον πρόκειται για οικισμούς μέχρι 2.000 κατ. Η παρέκκλιση συνίσταται σε ταχυμετρική αποτύπωση της περιοχής στην οποία θα επεκταθεί το σχέδιο. Η παρέκκλιση αυτή επιτρέπεται με τον όρο ότι θα εφαρμοσθεί αμέσως επί του εδάφους το σχέδιο ρυμοτομίας που συντάσσεται βάσει αυτής και θα αποτυπωθεί το νέο οδικό δίκτυο με τον ακριβή τρόπο που εκτίθεται στην προηγούμενη παράγραφο. Κατά την αποτύπωση αυτή επιβάλλεται και ταυτόχρονη αποτύπωση των ιδιοκτησιών που θίγονται από τη ρυμοτομία, με πλήρη αποτύπωση της καθεμίας (και κατά το μέρος που δεν ρυμοτομείται), με χαρακτηρισμό του αριθμού των ορόφων, της κατάστασης, του είδους κατασκευής και της παλαιότητας.

 

6. Τρόπος κατάρτισης των διαγραμμάτων των τοπογραφικών χαρτών.

 

Οι κατά τα προηγούμενα χάρτες συντάσσονται σε πινακίδες με διαστάσεις 0,60 x 0,90 m από χονδρό χαρτί άριστης ποιότητος επενδυμένο με ύφασμα σε κλίμακα 1:500.

 

Τις παραπάνω πινακίδες συνοδεύει πάντα ευρετήριο και συνοπτικό οριζοντιογραφικό και υψομετρικό (με υψομετρικές καμπύλες) διάγραμμα σε κλίμακα 1:2000, από τον οποίο παραλείπονται οι χαρακτηρισμοί οδεύσεων, στάσεων, αριθμοί, υψόμετρα κ.λ.π. και στον οποίο περιλαμβάνεται μόνο η αποτύπωση των χωροσταθμικών καμπυλών. Εάν ο συνοπτικός αυτός χάρτης καταλαμβάνει επιφάνεια μεγαλύτερη του 1,00 x 1,50 m τότε πρέπει και αυτός να συντάσσεται σε πινακίδες του παραπάνω μεγέθους και να καταρτίζεται με τον ίδιο τρόπο πρόσθετος συνοπτικός χάρτης, παραστατικός του συνόλου, σε κλίμακα που περιορίζει την επιφάνεια αυτού σε 1,00 x 1,00 m.

 

Τον καθένα από τους παραπάνω χάρτες πρέπει να συνοδεύουν 2 τουλάχιστον αντίγραφα, ένα σε ενισχυμένο διαφανές και ένα σε απλό διαφανές καλής ποιότητας. Από το αντίγραφο σε ενισχυμένο διαφανές πρέπει να παραλείπονται αριθμοί, οδεύσεις κ.λ.π. καθώς και η υψομετρική αποτύπωση και να περιορίζεται αυτό μόνο στην αποτύπωση της οριζοντιογραφίας με μαύρη σινική μελάνη. Από το αντίγραφο σε απλό διαφανές παραλείπονται επίσης αριθμοί, χαρακτηρισμοί στάσεων κ.λ.π., όχι όμως και η υψομετρική αποτύπωση με καμπύλες.

 

7. Μελέτη και έγκριση του σχεδίου και σύνταξη των οριστικών διαγραμμάτων αυτού.

 

α. Μετά τη σύνταξη των χαρτών σύμφωνα με τα παραπάνω καταρτίζεται η μελέτη του σχεδίου ρυμοτομίας σε ιδιαίτερο διαφανή χάρτη αυτοτελώς (χωρίς τοπογραφικά στοιχεία, οριζοντιογραφία, υψομετρία) σε κλίμακα 1:500 και 1:2.000 καθώς και στην σύμφωνα με τη παράγραφο δ ενδεχόμενη μικρότερη κλίμακα. Τα διαγράμματα συνοδεύονται και από σχέδιο ειδικού οικοδομικού κανονισμού που διασαφηνίζει το σχέδιο ρυμοτομίας κ.λ.π.

 

β. Μαζί με την παραπάνω μελέτη ρυμοτομίας πρέπει να καταρτίζεται και η δικαιολογητική της έκθεση. Σε αυτήν περιγράφονται, μεταξύ των άλλων, οι τοπικές συνθήκες εργασίες και διαβίωσης των κατοίκων, τα σχετικά με την εξωτερική συγκοινωνία με άλλες πόλεις, λιμάνια, σιδηροδρομικούς σταθμούς κ.λ.π., η οικονομική κατάσταση του δήμου ή κοινότητας και οι προβλέψεις δημιουργίας νέων πόρων προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι δαπάνες που απαιτούνται για την εφαρμογή του σχεδίου, οι προβλέψεις όσον αφορά την ανάπτυξη της πόλης ή κωμόπολης, οι αναλογίες μεταξύ οικοδομήσιμων και κοινοχρήστων χώρων βάσει του μελετηθέντος σχεδίου και πριν από αυτό, η επιφάνεια της πόλης ή κωμόπολης καθώς και η επιφάνεια κοινοχρήστων χώρων που αναλογούν σε κάθε κάτοικο βάσει του μελετηθέντος σχεδίου και πριν από αυτό, το υφιστάμενο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης των ακαθάρτων, ο προβλεπόμενος τρόπος βελτίωσης της ύδρευσης και εξυγίανσης, η περιοχή του κεντρικού (εμπορικού) τμήματος, η επάρκεια ή μη επάρκεια αυτού και η προβλεπόμενη προέκτασή του, οι πρωτεύουσες οδοί και λεπτομερώς η μάλλον επικρατούσα κατάσταση στις ιδιοκτησίες από άποψη εμβαδού και διαστάσεων σε κάθε τμήμα. Σε κάθε μελέτη η έκταση της έκθεσης πρέπει να είναι ανάλογη με τη σημασία της πόλης ή κωμόπολης στην οποία αναφέρεται πάντως όμως πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξαντλούνται πλήρως τα παραπάνω θέματα.

 

γ. Αν πρόκειται για μερική τροποποίηση υφισταμένων σχεδίων η έκθεση περιορίζεται μόνο στα απολύτως σχετικά με αυτή ζητήματα και προπαντός τη δικαιολογεί εμπεριστατωμένα.

 

δ. Την εγκριτική του σχεδίου πράξη συνοδεύει διάγραμμα σε κλίμακα 1:2000. Είναι δυνατόν κατά την κρίση του Υπουργείου να τη συνοδεύσει και το διάγραμμα σε κλίμακα 1:500.

 

ε. Βάσει του εγκριθέντος σχεδίου και των λεπτομερειακών υποδείξεων της ρυμοτομίας στο διάγραμμα 1:500 (σύμφωνα με την παράγραφο 7.1) εκτελείται η εφαρμογή του στο έδαφος από το δήμο ή κοινότητα και η αποτύπωση του οριστικού λεπτομερειακού σχεδίου σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 155. Ο πρωτότυπος τοπογραφικός χάρτης σε κλίμακα 1:500 και τα κατά την παράγραφο δ αντίγραφα συμπληρώνονται με τα στοιχεία της παραγράφου 4 του άρθρου 155 και υποβάλλονται στο Υπουργείο για έλεγχο και κύρωση, ως επίσημα λεπτομερειακά αντίγραφα του κυρωθέντος σχεδίου. Μετά την κύρωση το πρωτότυπο κατατίθεται σε μέρος ασφαλές και γίνεται χρήση των αντιγράφων και αντιτύπων αυτών.

 

Στην περίπτωση της παρέκκλισης σύμφωνα με την παράγραφο 5, τα παραπάνω εφαρμόζονται για την αποτύπωση σύμφωνα με την ίδια παράγραφο και ο βάσει αυτής καταρτιζόμενος χάρτης χρησιμοποιείται για το παραπάνω οριστικό σχέδιο.

 

στ. Για οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση του σχεδίου που έχει συνταχθεί βάσει τοπογραφικού κ.λ.π. χάρτη, ο οποίος έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τα παραπάνω, χρησιμοποιείται νέα πρωτότυπη πινακίδα του οριζοντιογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, συμπληρωμένη με την αποτύπωση της κατάστασης κατά την εποχή της τροποποίησης.

 

8. Στοιχεία τα οποία πρέπει να προβλέπει και λαμβάνει υπόψη η μελέτη σχεδίου.

 

8. α. Η μελέτη του σχεδίου ρυμοτομίας και του συναφούς οικοδομικού κανονισμού πρέπει να προβλέπει:

 

α)α) το εσωτερικό συγκοινωνιακό δίκτυο και τη σύνδεσή του με τις εξωτερικές αρτηρίες και επιπλέον τους τύπους της κατά πλάτος τομής των οδών.

 

β)β) τις θέσεις που προορίζονται για την ανέγερση κτιρίων τα οποία εξυπηρετούν τις κοινές ανάγκες των κατοίκων και για τις εγκαταστάσεις που η κοινή ανάγκη καθιστά απαραίτητες ή που αποβλέπουν σε κοινωφελείς σκοπούς. Τέτοια κτίρια και εγκαταστάσεις είναι ναοί, κτίρια δημόσιων γενικά λειτουργιών, δημοτικά και κοινοτικά μέγαρα, θέατρα, βιβλιοθήκες, μουσεία, νοσοκομεία, λουτρά, γυμναστήρια και χώροι αθλοπαιδιών, σφαγεία, νεκροταφεία κ.λ.π.

 

γ)γ) τους υπόλοιπους, εκτός από τους απαραίτητους για τη συγκοινωνία, κοινόχρηστους χώρους όπως πλατείες, άλση κ.λ.π.

 

δ)δ) το εμπορικό τμήμα και τη μελλοντική επέκταση του.

 

ε)ε) το τροχιοδρομικό δίκτυο

 

στ)στ) τα μέγιστα και ελάχιστα ύψη των κτιρίων.

 

ζ)ζ) τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων των οικοπέδων σε κάθε τμήμα και την ελάχιστη επιφάνεια των οικοδομών.

 

η)η) τη διαφύλαξη και ανάδειξη των μνημείων με αρχαιολογική και ιστορική σημασία.

 

θ)θ) τη βιομηχανική περιοχή, δηλαδή την περιοχή που προορίζεται για την ανέγερση βιομηχανικών εγκαταστάσεων, όταν υπάρχει βιομηχανία ή και όταν προβλέπεται η ανάπτυξη της σε βαθμό που δικαιολογεί τη συγκέντρωση της σε ορισμένη περιοχή για λόγους υγιεινής, καθαριότητας, ευπρόσωπης εμφάνισης της πόλης, ευκολιών, συγκοινωνίας κ.λ.π.

 

ι)ι) την υψομετρική διάταξη των νέων οδών και πλατειών, δηλαδή τη θέση των αξόνων του οδικού δικτύου βάσει του οποίου καθορίζεται το κατώφλι των εισόδων των οικοδομών σε σχέση με το φυσικό έδαφος.

 

β. Εάν από τη μελέτη προβλέπεται η αχρήστευση ορισμένων κτιρίων και εγκαταστάσεων που εξυπηρετούν κοινές ανάγκες προκειμένου να ανεγερθούν νέα, χωρίς οι χώροι που καταλαμβάνονται από τις αχρηστευόμενες εγκαταστάσεις και κτίρια να καθορίζονται ως κοινόχρηστοι, πρέπει να μελετάται και η διάθεση αυτών κατά τρόπο που να διευκολύνει οικονομικά την ανέγερση των νέων κτιρίων.

 

γ. Κατά την εκπόνηση των μελετών των σχεδίων ρυμοτομίας δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στα ακόλουθα σημεία:

 

Στη διάταξη του οδικού δικτύου από άποψη αερισμού και ηλιακού φωτισμού, ώστε κάθε μέρα οι ηλιακές ακτίνες να επισκέπτονται διαδοχικά τις οικοδομές και των δύο πλευρών κάθε οδού. Η τήρηση του όρου αυτού έχει σπουδαία σημασία για τα αστικά τμήματα των πόλεων, δηλαδή για τις οδούς όπου προβλέπονται κατοικίες. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπονται γι' αυτόν οι γενικές συγκοινωνιακές ανάγκες που εξυπηρετούνται από τις κεντρικές αρτηρίες των κεντρικών ιδίως τμημάτων.
Στην επάρκεια του πλάτους των οδών για την εξυπηρέτηση των συγκοινωνιακών αναγκών και της υγιεινής των εκατέρωθεν κατοικιών, καθώς και στη μορφή της εγκάρσιας διατομής κάθε οδού.
Στην ανάγκη σύνθεσης του οδικού δικτύου με τρόπο που να επιτρέπει την αμεσότερη επικοινωνία οποιουδήποτε σημείου με τα υπόλοιπα και ιδιαίτερα το κέντρο, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τις εξωτερικές αρτηρίες.
Στη δυνατότητα οικονομικής διαπλάτυνσης παλαιών οδών με διάνοιξη ασκεπών παρόδιων (αψιδωτών ή όχι) στο - ων κάτω από τα κτίρια.
Στη δυνατότητα περιορισμού των δαπανών κατασκευής και συντήρησης εξωτερικών τμημάτων μεγάλων αρτηριών πριν να παρουσιαστεί ανάγκη χρησιμοποίησης όλου του πλάτους αυτών, με τον καθορισμό απλών ιδιωτικών προκηπίων μπροστά από τις οικοδομές.
Στη δυνατότητα πλήρους εκμετάλλευσης του χώρου κατά το ύψος στα κεντρικά τμήματα των πόλεων.
Στην ανάγκη α) η κλίση του άξονα των οδών να μην υπερβαίνει το 7%, β) να περιορίζεται η κατασκευή οδών με Κλίμακες μόνο στους πρόποδες των λόφων και να επιτρέπεται αυτή μόνο εφόσον κάθε τέτοια κλιμακωτή οδός εφάπτεται και στα δύο άκρα των οικοδομικών τετραγώνων τα οποία διασχίζει με οδούς που έχουν κλίση που δεν υπερβαίνει το παραπάνω όριο.
Στην ανάγκη να ακολουθηθεί (εφόσον είναι δυνατό) το υφιστάμενο παλαιό δίκτυο στα πυκνοδομημένα τμήματα και στη χάραξη της ρυμοτομίας σε αυτά, αν είναι δυνατόν, με τρόπο που δεν επιβάλλει την άμεση διάνοιξη οδών σε όλο το μήκος τους με κατεδάφιση κτιρίων, για να ανεγερθούν οικοδομές με βάση το νέο σχέδιο.
Στην ανάγκη οικονομικής μελέτης που να συγκρίνει τη διάνοιξη εντελώς νέων οδών ή τη διαπλάτυνση υφισταμένων στα παραπάνω τμήματα.
Στην ανάγκη να εξεταστεί αν ενδείκνυται εφαρμογή ριζικών μέτρων στις κεντρικές αρτηρίες του ίδιου τμήματος αντί για ημίμετρα σε ολόκληρο το οδικό δίκτυο αυτού.
Στην ανάγκη να καθορίζονται όσο δυνατό μεγαλύτερα οικόπεδα χωρίς να παραβλέπεται η επικρατούσα μορφή ιδιοκτησίας στα παλαιά τμήματα των πόλεων και των κωμοπόλεων.
Στην ανάγκη καθορισμού ελάχιστου ορίου όγκου οικοδομών στις κεντρικότερες αρτηρίες.
Στις σιδηροδρομικές και τις τροχιοδρομικές γενικά συγκοινωνίες (υπόγειες, εναέριες, ισόπεδες) και στην επιρροή της χάραξης αυτών στην περαιτέρω εξέλιξη της πόλης ή της κωμόπολης.
Στις νεότερες επιστημονικές παρατηρήσεις και συζητήσεις σχετικά με την ανάπτυξη των πόλεων, ειδικά αν πρόκειται για νέες πόλεις ή για νέα τμήματα αυτών.
Γενικά κατά τη μελέτη κάθε νέου σχεδίου πρέπει να επιδιώκονται: α) ευρεία πρόβλεψη του μέλλοντος για το πλάτος των κεντρικών αρτηριών συγκοινωνίας, β) οικονομία στη διάθεση των ελεύθερων χώρων για το δευτερεύον οδικό δίκτυο της αραιής κυκλοφορίας, γ) μεγάλοι κοινόχρηστοι χώροι για άλση, παιδικές χαρές, αθλοπαιδιές και κέντρα αναψυχής, και δ) μεγάλοι ακάλυπτοι χώροι μέσα στα οικοδομικά τετράγωνα.

 



Copyright © 2018 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.