Προεδρικό διάταγμα 14/7/99 - Άρθρο 47

Άρθρο 47: Προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων για την επιβολή εισφοράς σε χρήμα


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

(προεδρικό διάταγμα 5/1986)

 

1. α. Μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 48, επιτροπή προβαίνει στον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην πράξη εφαρμογής. Η επιτροπή συγκροτείται σε κάθε αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία νομαρχιακής αυτοδιοίκησης με απόφαση του οικείου νομάρχη και αποτελείται από τον προϊστάμενο των παραπάνω υπηρεσιών ως πρόεδρο με αναπληρωτή το νόμιμο αναπληρωτή του, από δύο υπαλλήλους των ιδίων υπηρεσιών με τους αναπληρωτές τους και από έναν εκπρόσωπο της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων με τον αναπληρωτή του. Ο εκπρόσωπος της τοπικής ένωσης. δήμων και κοινοτήτων ορίζεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από τότε που το σχετικό έγγραφο του νομάρχη περιέρχεται στην τοπική ένωση δήμων και κοινοτήτων. Εάν μετά την πάροδο της προθεσμίας δεν έχει ορισθεί εκπρόσωπος, η επιτροπή νόμιμα συγκροτείται με τα υπόλοιπα μέλη. Γραμματέας της επιτροπής ορίζεται, με πράξη του προέδρου της, υπάλληλος των παραπάνω πολεοδομικών υπηρεσιών. Η επιτροπή έχει απαρτία όταν παρευρίσκονται τρία μέλη της και αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

 

β. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτροπή επιλαμβάνεται του έργου της αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία είναι υποχρεωμένη μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, να διαβιβάσει στην επιτροπή τον πίνακα εφαρμογής και τα σχετικό σχέδια που προσδιορίζουν τη θέση και το μέγεθος των ακινήτων, τα οποία υπόκεινται σε εισφορά. Αν τα ακίνητα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων αρμόδια υπηρεσία είναι εκείνη στην περιφέρεια της οποίας βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος του ακινήτου.

 

γ. Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων που υποβλήθηκαν σ' αυτήν καταρτίζει, μέσα σε τριάντα ημέρες από τότε που λήφθηκαν τα παραπάνω στοιχεία της πράξης εφαρμογής, έκθεση στην οποία περιγράφεται η κατάσταση των ακινήτων και των συστατικών τους, καθώς και οι τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτών και εκτιμάται αιτιολογημένα η αξία τους, η οποία αναγράφεται στις αντίστοιχες στήλες του πίνακα εφαρμογής.

 

Εάν προκύψει διαφωνία για την αξία του ακινήτου, καταχωρούνται στην έκθεση όλες οι γνώμες που διατυπώθηκαν.

 

Ως χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος κύρωσης της πράξης εφαρμογής. Ως κριτήρια για την εκτίμηση, της αξίας του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά στοιχεία των οικείων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών, τα οποία εκτιμούνται ελευθέρως από την επιτροπή, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο κρίνεται αναγκαίο. Οι οικείες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες είναι υποχρεωμένες να παρέχουν στην επιτροπή κάθε σχετικό στοιχείο και να τη διευκολύνουν στο έργο της όταν τους ζητείται.

 

δ. Στα μέλη της επιτροπής και το γραμματέα της, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η οποία επιβαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.

 

2. α. Μετά την επιστροφή των στοιχείων προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία αυτή εκδίδει πράξεις επιβολής της εισφοράς σε χρήμα για κάθε κύριο ακινήτου που εμπίπτει στην περιοχή ένταξης ή επέκτασης, όπως φαίνεται στον πίνακα της πράξης εφαρμογής.

 

β. Η πράξη επιβολής περιλαμβάνει αναλυτικά εκτός από τα στοιχεία του υπόχρεου ιδιοκτήτη και όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον υπολογισμό της εισφοράς σε χρήμα σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 εδάφιο πρώτο του άρθρου 46.

 

γ. Αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής και των διατάξεων της παραγράφου 7 του άρθρου 45, οι σχετικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη περιλαμβάνονται στην ίδια πράξη ή εκδίδεται, εκτός από την παραπάνω, και δεύτερη αυτοτελής πράξη με εφαρμογή, κατά τα λοιπά, των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου.

 

δ. Στις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 46 στην πράξη επιβολής της εισφοράς σε χρήμα αναφέρεται το υπόλοιπο της εισφοράς σε χρήμα που δεν μετατρέπεται σε γη.

 

ε. Κάθε πράξη συνοδεύεται από απόσπασμα έκθεσης εκτίμησης ή και από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία βάσει των οποίων προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου και επιδίδεται στον υπόχρεο κατά τις διατάξεις των άρθρων 56 και επόμενα του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας.

 

στ. Αν ο κύριος του ακινήτου είναι άγνωστος η σχετική πράξη επιβολής εισφοράς και τα στοιχεία που τη συνοδεύουν κοινοποιούνται στον οικείο δήμο ή κοινότητα για τη διενέργεια περαιτέρω έρευνας εξακρίβωσης αυτού. Όταν εξακριβωθεί ο κύριος του ακινήτου εκδίδεται νέα πράξη επιβολής εισφοράς.

 

3. α. Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 59/1980, βεβαιώνεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία αμέσως ποσοστό 20% της εισφοράς που ορίζεται σε 2 ισόποσες μηνιαίες δόσεις που δεν μπορεί να είναι μικρότερες από 20.000 δραχμές.

 

β. Αν η προθεσμία για άσκηση της προσφυγής παρέλθει άπρακτη το ποσό της εισφοράς γίνεται οριστικό και βεβαιώνεται ολόκληρο στο κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμόδιο δημόσιο ταμείο.

 

γ. Με βάση την τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση βεβαιώνεται στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο, το ποσό της εισφοράς στο οποίο συμψηφίζεται το ποσοστό 20% και το τυχόν επιπλέον ποσό αυτού εκπίπτει ή επιστρέφεται κατά περίπτωση.

 

4. α. Οι εισφορές σε χρήμα ή το μετά την προείσπραξη του 20% μέρος τους καταβάλλονται:

 

α)α. Μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέσα στον επόμενο από τη βεβαίωση μήνα. Κάθε δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 5.000 δραχμές.

 

β)β. Από ποσό 100.001 μέχρι το ποσό 300.000 δραχμών σε 12 ισόποσες άτοκες τριμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέσα στον επόμενο μήνα από τη βεβαίωση στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο. Η καταβολή τους αρχίζει στη διάρκεια του τριμήνου που βεβαιώθηκε. Κάθε δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 10.000 δραχμές.

 

γ)γ. Από ποσό 300.001 δραχμές σε 12 ισόποσες άτοκες εξαμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι 30 Ιουνίου, η δεύτερη μέχρι 31 Δεκεμβρίου κ.τ.λ.

 

Αν ο οφειλέτης καταβάλλει ολόκληρο το ποσό της εισφοράς μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης, ανάλογα με την περίπτωση, εκπίπτεται από το δημόσιο ταμείο ποσοστό 20%.

 

β. Αν το σύνολο της εισφοράς που βεβαιώθηκε υπερβαίνει το ποσό των 500.000 δραχμών όχι όμως και το ποσό του 1.000.000 δραχμών για την καταβολή σε δόσεις χρειάζεται προσωπική εγγύηση, αξιόχρεου κατά την κρίση του αρμόδιου δημόσιου ταμείου προσώπου και αν υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000 δραχμών απαιτείται εμπράγματη ασφάλεια ή εγγυητική επιστολή Τράπεζας. Η εμπράγματη ασφάλεια συνίσταται σε παροχή υποθήκης επί του ακινήτου του υπόχρεου το οποίο υπόκειται σε εισφορά ή άλλου ακινήτου του ίδιου ή τρίτου προσώπου. Η αγοραία αξία των ακινήτων στα οποία εγγράφεται υποθήκη, πρέπει να είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό 25% τουλάχιστον από το σύνολο των πληρωτέων δόσεων.

 

γ. Αν η ασφάλεια δεν παρασχεθεί μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της πρώτης εξαμηνιαίας δόσης, το σύνολο του ποσού που βεβαιώθηκε καταβάλλεται εφάπαξ από τον υπόχρεο, ειδοποιείται δε για το λόγο αυτό με συστημένη επιστολή, από το διευθυντή του δημόσιου ταμείου. Στην περίπτωση αυτή ο υπόχρεος μπορεί να καταβάλλει την εισφορά σε εξαμηνιαίες δόσεις, με αίτησή του προς το ταμείο, που υποβάλλεται μέσα σε 45 ημέρες από την ειδοποίησή του, με την προϋπόθεση όμως της πληρωμής του μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ληξιπρόθεσμου ποσού με τις νόμιμες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και την παροχή της ασφάλειας. Στην περίπτωση που παρέλθει άπρακτη και η προθεσμία αυτή χάνεται αμετάκλητα το δικαίωμα καταβολής της εισφοράς σε δόσεις και καθίσταται εφάπαξ απαιτητή και ληξιπρόθεσμη σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).

 

5. α. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 6 του άρθρου 46 το τμήμα επιφάνειας της γης της ιδιοκτησίας που προσφέρεται αντί για εισφορά σε χρήμα, υπολογίζεται ίσο με τα τετραγωνικά μέτρα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ποσοστών επί της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 46 βάσει των οποίων επιβάλλεται η εισφορά σε χρήμα. Το τμήμα γης που αντιστοιχεί στην εισφορά σε χρήμα είναι δυνατό να περιλαμβάνεται χωριστά στον πίνακα της πράξης εφαρμογής ή να συμψηφίζεται με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις.

 

β. Αν μετά από σχετικό προσδιορισμό της αξίας προκύψει λόγω διαφορετικής τιμής μονάδας των διάφορων οικοπέδων του βαρυνόμενου ιδιοκτήτη, διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης εισφοράς σε χρήμα και της αξίας της γης με την οποία ανταλλάχτηκε, τότε η επιπλέον διαφορά οφείλεται σε χρήμα από τον υπόχρεο ιδιοκτήτη ενώ το τυχόν επιπλέον καταβληθέν ποσόν επιστρέφεται σ' αυτόν με τετραπλότυπο ατομικό φύλλο έκπτωσης που συντάσσεται από την αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 του βασιλικού διατάγματος [ΒΔ] 757/1969.

 



Copyright © 2019 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.