Απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας 2506/00

ΣτΕ 2506/2000


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

Αριθμός 2506/2000

 

Το Συμβούλιο της Επικρατείας

 

Τμήμα Δ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23-05-2000, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ' Τμήματος, Σ. Χαραλαμπίδης, Φ. Αρναούτογλου, Δ. Πετρούλιας, Γ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλοι, Ηρακλής Τσακόπουλος, Δ. Μακρής, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Δ' Τμήματος.

 

Για να δικάσει την από 05-05-1999 αίτηση:

 

του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, που εδρεύει στην Αθήνα (Καραγεώργη Σερβίας 4), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Ψοφάκη (αριθμός μητρώου 4608), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

 

κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ο οποίος παρέστη με τον Εμμανουήλ Συγγελάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

Με την αίτηση αυτή το αιτούν Επιμελητήριο επιδιώκει να ακυρωθούν:

 

1) η υπ' αριθμόν 58297/1998 (ΦΕΚ 206/Β/1999) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων,

 

2) η παράλειψη του ως άνω Υπουργού να εκδώσει απόφαση περί προσδιορισμού της προβλεπόμενης από την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση του 1989 ενιαίας τιμής αφετηρίας από 01-02-1992 οπότε έληξε η ισχύς της σχετικής ρυθμίσεως αυτής, και

 

3) η παράλειψη του άνω Υπουργού να εκδώσει μια τέτοια απόφαση κατόπιν της από 01-01-1999 και από 01-02-1999 εντάξεως των ακινήτων των Δήμων και Κοινοτήτων ορισμένων Νομών της Χώρας στο σύστημα προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας του άρθρου 41 του νόμου 1249/1982 και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Φ. Αρναούτογλου.

 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος Επιμελητηρίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου,

 

Είδε τα σχετικά έγγραφα και

 

σκέφθηκε κατά το νόμο

 

1. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά το άρθρο 1 του από 27-11-1926 προεδρικού διατάγματος όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του νόμου 1486/1984 (ΦΕΚ 161/Α/1984), ασκείται κατά νόμο (άρθρο 28 παράγραφος 4 του νόμου 2579/1998 (ΦΕΚ 31/Α/1998)) ατελώς και χωρίς την καταβολή παραβόλου (βλέπε ΣτΕ 2887/1999).

 

2. Επειδή με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της αποφάσεως 58297/1998 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 206/Β/1998) περί παρατάσεως μέχρι 30-06-1999 της εφαρμογής της αποφάσεως 81304/6083/1989 του ιδίου Υπουργού (ΦΕΚ 886/Β/1989) περί καθορισμού τιμών μονάδος επιφανείας οικοδομικών έργων β) της παραλείψεως του ως άνω Υπουργού να εκδώσει απόφαση περί προσδιορισμού της προβλεπόμενης από την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση του 1989 ενιαίας τιμής αφετηρίας από 01-02-1992 οπότε έληξε η ισχύς της σχετικής ρυθμίσεως αυτής, και γ) της παραλείψεως του άνω Υπουργού να εκδώσει μια τέτοια απόφαση κατόπιν της από 01-01-1999 και από 01-02-1999 εντάξεως των ακινήτων των Δήμων και Κοινοτήτων ορισμένων Νομών της Χώρας στο σύστημα προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας του άρθρου 41 του νόμου 1249/1982.

 

3. Επειδή, μετά την κατάθεση της κρινομένης αιτήσεως, έληξε η ισχύς της πρώτης προσβαλλομένης. Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 2 του προεδρικού διατάγματος 18/1989 (ΦΕΚ 8/Α/1989), καταργημένη, εφόσον το αιτούν επιμελητήριο δεν επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που θα δικαιολογούσε την συνέχισή της.

 

4. Επειδή το Σύνταγμα, που ορίζει στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επιτρέπει, με το άρθρο 43 παράγραφος 2, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων κατόπιν προτάσεως του αρμοδίου Υπουργού βάσει ειδικής εξουσιοδοτήσεως νόμου και μέσα στα όρια της (εδάφιο α'), ορίζοντας περαιτέρω, στο εδάφιο β, ότι εξουσιοδότηση (νόμου) προς έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως επιτρέπεται σε συγκεκριμένως οριζόμενες περιπτώσεις (επί ρυθμίσεως ειδικότερων θεμάτων, ή θεμάτων τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα).

 

Εξ άλλου, το άρθρο 59 παράγραφος 1 του από 17-07-1923 νομοθετικού διατάγματος (ΦΕΚ 228/Α/1923) ορίζει ότι:

 

{Δια βασιλικών διαταγμάτων εκδιδομένων μετά γνώμη του Συμβουλίου των Δημοσίων Έργων, κανονίζεται η δι' εκάστην περίπτωσιν πληρωτέα υπό των εργοδοτών αμοιβή εις τους μηχανικούς εν γένει και αρχιτέκτονας τους εκπονούντες μελέτες οιωνδήποτε έργων και τους αναλαμβάνοντας την εφαρμογήν των μελετών και την εποπτεία εκτελέσεως των έργων τούτων...}, το δε άρθρο μόνο του νομοθετικού διατάγματος 2726/1953 (ΦΕΚ 325/Α/1953) ορίζει ότι:

 

{1. Ο κατά το άρθρο 59 παράγραφος 1 του από 17-07-1923 νομοθετικού διατάγματος περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών κανονισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων, εφαρμόζεται δι' όλες τις ειδικότητες των μηχανικών - μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, καθώς και δια τους βάσει ειδικών διατάξεων Νόμων ασκούντες τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω ή εν μέρει. Τα ως άνω ελάχιστα όρια αμοιβών αποτελούν κατωτέρα διατίμηση υποχρεωτική δι' αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, καταργούμενης κατά τα λοιπά της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου.

 

2. Ο κανονισμός ούτος των αμοιβών εκτείνεται εις την μελέτη, εφαρμογή, επίβλεψιν, εποπτεία ή έλεγχο και παραλαβήν πάσης φύσεως έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και εις πάσης φύσεως τεχνικές εν γένει εργασίας και υπηρεσίας, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνες κ.λ.π. ή αμοιβές καταβαλλόμενες εις τους μετέχοντας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και τους κριτές τούτων.}

 
Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε το προεδρικό διάταγμα 696/1974 (ΦΕΚ 301/Α/1974), το οποίο, στο μεν άρθρο 1 παράγραφος 1 ορίζει ότι:

 

{οι δια του παρόντος καθοριζόμενες αμοιβές αποτελούν τα υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αποζημιώσεως δια την εκπόνηση μελετών και διενέργειαν επιβλέψεων, παραλαβών και εκτιμήσεων}

 

διαφόρων κατηγοριών έργων, στο άρθρο 2 όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του προεδρικού διατάγματος 515/1989 (ΦΕΚ 219/Α/1989) ότι η αμοιβή για την εκπόνηση μελετών καθορίζεται, μεταξύ άλλων, σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των μελετώμενων έργων που υπολογίζονται βάσει τύπου (παράγραφος 1 στοιχείο α) και στο άρθρο 3 όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του προεδρικού διατάγματος 515/1989 ότι:

 

{1. Ο προϋπολογισμός με τον οποίο υπολογίζεται η αμοιβή κάθε έργου είναι αυτός που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων αυτού, όπως αυτός εγκρίνεται από τον Εργοδότη, ...

 

και ότι

 

6. Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τιμές μονάδος που καθορίζονται με υπουργική απόφαση, η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων, (άρθρο 41 του νόμου 1249/1982 (ΦΕΚ 43/Α/1982), όπως κάθε φορά ισχύει).}

 

Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε αρχικά η απόφαση 7870/5724/1989 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 863/Β/1989) και ακολούθως, η απόφαση 81304/6083/1989 του ιδίου Υπουργού (ΦΕΚ 886/Β/1989), που την αντικατέστησε. Η απόφαση αυτή θέσπισε ένα ολόκληρο σύστημα καθορισμού των τιμών μονάδος επιφανείας των οικοδομικών έργων, το οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τρόπο υπολογισμού της τιμής αφετηρίας (ΤΑ) για κάθε περιφερειακό διαμέρισμα της Χώρας επί τη βάσει στοιχείων των πινάκων τιμών του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών και διαφόρων συντελεστών (άρθρο 1 παράγραφος 1), θέτει δε τον κανόνα ότι οι τιμές αυτές, υπολογιζόμενες βάσει των πινάκων τιμών του Υπουργείου Οικονομικών της 31 Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους, ανακοινώνονται κάθε Ιανουάριο με πράξη του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μετά γνώμη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και ισχύουν για ένα χρόνο (άρθρο 1 παράγραφος 11), και ορίζει ότι για την σύνταξη του προϋπολογισμού των ιδιωτικών οικοδομικών έργων οι διάφοροι συντελεστές που θεσπίζει, εφαρμόζονται επί μιας ενιαίας τιμής αφετηρίας (ΕΤΑ) για όλη την χώρα, ήτοι αριθμητικού μέσου όρου των τιμών αφετηρίας ανά περιφερειακό διαμέρισμα (άρθρο 4 παράγραφος 1), με βάση την οποία υπολογίζεται η τιμή μονάδος επιφανείας των κατοικιών, καταστημάτων, γραφείων κ.λ.π. (άρθρο 1 παράγραφοι 2, 3, 4 κ.λ.π.). Για την πρώτη περίοδο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, και ειδικότερα για το διάστημα από 06-12-1989 ως 31-01-1991, με το μεν άρθρο 3 παράγραφος 1 καθορίσθηκαν οι τιμές αφετηρίας κατά περιφερειακό διαμέρισμα, με το δε άρθρο 4 παράγραφος 3 προσδιορίσθηκε η ενιαία τιμή αφετηρίας (ΕΤΑ) σε 15.000 δραχμές.

 

Στη συνέχεια, όμως, αντί να εκδίδονται κατ' έτος μετά την θέσπιση του συστήματος αυτού και κατ' εφαρμογήν του, υπουργικές αποφάσεις περί τιμών αφετηρίας για κάθε περιφερειακό διαμέρισμα, με βάση τις εκάστοτε τιμές του Υπουργείου Οικονομικών και να αναπροσαρμόζεται η ενιαία τιμή αφετηρίας, εκδόθηκαν, κατ' επίκληση του άρθρου 3 παράγραφος 6 του προεδρικού διατάγματος 696/1974 όπως ισχύει, διαδοχικές υπουργικές αποφάσεις, όπως η προσβαλλόμενη, περί παρατάσεως για ένα εξάμηνο, κάθε φορά, της εφαρμογής της υπουργικής αποφάσεως 81304/6083/1989 (ΦΕΚ 886/Β/1989) με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ισχύει η αρχικώς καθορισθείσα ενιαία τιμή αφετηρίας των 15.000 δραχμών.

 

5. Επειδή, εν όψει των αναφερθέντων περί του άρθρου 43 παράγραφος 2 εδάφιο β' του Συντάγματος, το οποίο μόνο κατόπιν εξουσιοδοτήσεως νόμου και σε ειδικά οριζόμενες περιπτώσεις επιτρέπει την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, διοικητικό όργανο, η διάταξη του άρθρου 3 παράγραφος 6 του προεδρικού διατάγματος 696/1974, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του προεδρικού διατάγματος 515/1989, κατά το μέρος που επιτρέπει τον καθορισμό με υπουργική απόφαση τιμών μονάδων επί τη βάσει του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων καθώς και άλλων, μη προσδιοριζομένων, παραγόντων, συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση. Συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα της υπουργικής αποφάσεως 81304/6083/1989 (ΦΕΚ 886/Β/1989) της οποίας, ως κανονιστικής, το κύρος κρίνεται παρεμπιπτόντως με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να ελέγχεται ως μη νόμιμη. Αν και κατά την γνώμη του Προέδρου Μιχάλη Βροντάκη, η διάταξη του άρθρου 3 παράγραφος 6 του ως άνω προεδρικού διατάγματος, κατά το μέρος που προβλέπει την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για τον καθορισμό τιμών μονάδος, δεν περιέχει ανεπίτρεπτη εξουσιοδότηση διότι αναφέρεται σε ρύθμιση λεπτομερειακού θέματος, αφού τη βασική ρύθμιση θεσπίζει η ίδια αυτή διάταξη (ότι για τον καθορισμό τιμών μονάδος λαμβάνεται υπόψη το κόστος κατασκευής, όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων) (βλέπε και πρακτικό επεξεργασίας 624/1989).

 

6. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, κατά το μέρος που η κρινόμενη αίτηση βάλλει κατά της παραλείψεως του Υπουργού να εκδώσει, σε συμμόρφωση προς το σύστημα που καθιέρωσε η εν λόγω κανονιστική υπουργική απόφαση 81304/6083/1989, απόφαση περί προσδιορισμού της ενιαίας τιμής αφετηρίας από 01-02-1992, από τότε δηλαδή που έληξε ο αρχικός προσδιορισμός της, άλλως μετά την από 01-01-1999 και 01-02-1999 ένταξη των ακινήτων ορισμένων περιοχών της χώρας στο σύστημα προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του άρθρου 41 του νόμου 1249/1982, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κι αυτό, προεχόντως διότι, εφόσον η υπουργική απόφαση δεν ήταν, κατά τα αναφερθέντα, νόμιμη ελλείψει νομίμου ερείσματος, δεν υποχρέωνε τον Υπουργό σε καμία σχετική ενέργεια.

 

7. Επειδή, συνεπώς, κατά το μέρος που η κρινόμενη αίτηση βάλλει κατά της πρώτης προσβαλλομένης, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη, κατά τα λοιπά δε, η αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.

 

Δια ταύτα

 

Κηρύσσει εν μέρει την δίκη καταργημένη, κατά το σκεπτικό.

 

Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.

 

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος το ποσό των 130.000 δραχμών η δικαστική δαπάνη υπέρ του Δημοσίου.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 01-06-2000 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 25-07-2000.

 



Copyright © 2019 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.