Νόμος 2515/97 - Άρθρο 16

Άρθρο 16: Συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

1. Συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 του νόμου [Ν] 2076/1992 (ΦΕΚ 130/Α/1992), πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας εταιρείας, κατά τους ορισμούς του άρθρου 68 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920. Με τη συγχώνευση με απορρόφηση εξομοιώνονται και οι πράξεις που ορίζονται στο άρθρο 79 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920.

 

2. Στη συγχώνευση της παραγράφου 1 εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 69 έως και 80 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν άρθρο.

 

3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα που μνημονεύονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 του νόμου [Ν] 2076/1992 (ΦΕΚ 130/Α/1992) και στα πιστωτικά ιδρύματα που συνιστώνται και λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του νόμου [Ν] 2076/1992 (ΦΕΚ 130/Α/1992).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 3 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 98 του νόμου 4316/2014 (ΦΕΚ 270/Α/2014).

 

4. Για την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευομένων πιστωτικών ιδρυμάτων συντάσσεται έκθεση προς τη Γενική Συνέλευση των μετόχων από την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του άρθρου 9 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 71 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920.

 

5. Αντί της εκτίμησης της παραγράφου 4 μπορεί να γίνει ενοποίηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των υπό συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως αυτά εμφανίζονται σε ισολογισμούς τους που συντάσσονται για το σκοπό αυτόν και μεταφέρονται ως στοιχεία του ισολογισμού του πιστωτικού ιδρύματος, απορροφώντος ή νέου. Η ημερομηνία των ισολογισμών αυτών είναι κοινή και μπορεί να ανατρέχει μέχρι και στη ληκτική ημερομηνία της τελευταίας κλεισμένης χρήσης.

 

Στην περίπτωση αυτή η διενέργεια του ελέγχου για τη διαπίστωση της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων των πιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν στη συγχώνευση πραγματοποιείται από έναν τουλάχιστον ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται για το σκοπό αυτόν από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στη συγχώνευση και συντάσσει προς το σκοπό αυτόν σχετική έκθεση.

 

Στις εκθέσεις των ορκωτών ελεγκτών περιλαμβάνεται δήλωση ότι έγινε έλεγχος του σχεδίου συμβάσεως συγχώνευσης, καθώς και διατύπωση γνώμης για το αν η σχέση ανταλλαγής των μετοχών είναι δίκαιη και λογική. Στις ίδιες εκθέσεις πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι εξής πληροφορίες: α) η μέθοδος ή οι μέθοδοι που υιοθετήθηκαν για τον καθορισμό της προτεινόμενης σχέσης ανταλλαγής των μετοχών και β) δήλωση για το αν η μέθοδος ή οι μέθοδοι που υιοθετήθηκαν είναι κατάλληλες για την ή τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, τις αξίες που προέκυψαν από την εφαρμογή κάθε μεθόδου και γνώμη για τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε ορισμένες μεθόδους για τον προσδιορισμό των αξιών αυτών. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης τυχόν δυσκολίες που προέκυψαν κατά την εκτίμηση της κατά τα ανωτέρω σχέσης ανταλλαγής.

 

Ως μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος που προέρχεται από τη συγχώνευση θεωρείται το άθροισμα των μετοχικών κεφαλαίων των υπό συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων.

 

Όλες οι πράξεις που διενεργούνται από τα συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα μετά την ημερομηνία των ισολογισμών συγχώνευσης θεωρούνται ότι διενεργήθηκαν για λογαριασμό του προερχόμενου από τη συγχώνευση πιστωτικού ιδρύματος και τα ποσά αυτών μεταφέρονται με συγκεντρωτική εγγραφή στα βιβλία αυτού.

 

6. Εφόσον μεταξύ των στοιχείων του παθητικού των υπό συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων υφίσταται υπόλοιπο ζημιών τρέχουσας ή προηγούμενων χρήσεων, το υπόλοιπο αυτό εμφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασμό στον ισολογισμό του προερχόμενου από τη συγχώνευση πιστωτικού ιδρύματος. Για το ποσό αυτό των ζημιών δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του νόμου 2238/1994 (ΦΕΚ 151/Α/1994).

 

7. Δεν απαιτείται περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων στη σύμβαση της συγχώνευσης ούτε στο καταστατικό.

 

8. Η μεταγραφή των ακινήτων και εμπραγμάτων δικαιωμάτων γενικώς που μεταβιβάζονται από τα συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα στο όνομά του από τη συγχώνευση προερχομένου νέου πιστωτικού ιδρύματος ή του απορροφώντος, εφόσον δεν υπάρχει περιγραφή αυτών στη σύμβαση ή το καταστατικό, γίνεται εφαρμοζομένων κατ' αναλογία των διατάξεων του άρθρου 1197 του Αστικού Κώδικα, με καταχώριση στα οικεία βιβλία μεταγραφών αποσπάσματος της σύμβασης ή του καταστατικού, στο οποίο να εμφαίνεται ότι το απορροφών ή το νέο πιστωτικό ίδρυμα είναι καθολικός διάδοχος των συγχωνευομένων, με έκθεση που περιέχει τα απαιτούμενα από το άρθρου 1194 του Αστικού Κώδικα στοιχεία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων και την ταυτότητα των ακινήτων που αφορούν.

 

9. Η σύμβαση συγχώνευσης, το καταστατικό, η εισφορά και μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευομένων πιστωτικών ιδρυμάτων, κάθε σχετική πράξη η συμφωνία που αφορά την εισφορά η μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού ή άλλων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και κάθε εμπραγμάτου ενοχικού ή άλλου δικαιώματος, οι μετοχές που θα εκδοθούν, οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των συγχωνευομένων πιστωτικών ιδρυμάτων, η σχέση συμμετοχής στο κεφάλαιο του νέου πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και κάθε άλλη συμφωνία ή πράξη που απαιτείται για τη συγχώνευση, τη σύσταση και το καταστατικό του νέου πιστωτικού ιδρύματος, η δημοσίευση αυτών στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών εμπραγμάτων δικαιωμάτων απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους χαρτοσήμου ή άλλου τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών, των παγίων και αναλογικών δικαιωμάτων, επιδομάτων ή άλλων τελών υπέρ υποθηκοφυλάκων. Ειδικά:

 

α) για το φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου [Ν] 1676/1986 (ΦΕΚ 204/Α/1986) και της παραγράφου 41 του άρθρου 15 του νόμου 2166/1993 (ΦΕΚ 137/Α/1993) και β) για το φόρο προστιθέμενης αξίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του νόμου [Ν] 1642/1986 (ΦΕΚ 125/Α/1986), όπως ισχύει.

 

10. Τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου για τη σύμβαση της συγχώνευσης και το καταστατικό του τυχόν συνιστώμενου με τη συγχώνευση νέου πιστωτικού ιδρύματος ή την τυχόν συνεπεία της συγχώνευσης τροποποίηση του καταστατικού του απορροφώντος πιστωτικού ιδρύματος ορίζονται σε πάγιο ποσό δραχμών 5.000.000 και δεν οφείλονται αναλογικά δικαιώματα.

 

11. Ουδεμία φορολογική υποχρέωση δημιουργείται για το νέο πιστωτικό ίδρυμα που συνιστάται με τη συγχώνευση ή για το απορροφών και το απορροφώμενο πιστωτικό ίδρυμα, καθώς και για τους μετόχους τους, συνεπεία της συγχώνευσης, ιδίως για τυχόν εμφανιζόμενες υπεραξίες που προκύπτουν από τη συγχώνευση, με εξαίρεση το φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 18 του νόμου [Ν] 1676/1986 (ΦΕΚ 204/Α/1986).

 

12. Ειδικά αφορολόγητα αποθεματικά εκ των μη διανεμόμενων κερδών ή άλλα αφορολόγητα αποθεματικά ή αφορολόγητες κρατήσεις επί των κερδών που υφίστανται στα συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα δεν υπόκεινται σε φορολόγηση κατά το χρόνο της συγχώνευσης, εφόσον μεταφέρονται και εμφανίζονται αυτούσια σε αντίστοιχους ειδικούς λογαριασμούς του απορροφώντος ή του νέου πιστωτικού ιδρύματος. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία η συγχώνευση διενεργείται κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

 

13. Όπου σε νόμο, διάταγμα ή υπουργική απόφαση αναφέρεται κάποιο από τα συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα, νοείται ότι αναφέρεται κατά περίπτωση το απορροφών ή το νέο πιστωτικό ίδρυμα που συνίσταται με τη συγχώνευση.

 

14. Κάθε διάταξη νόμου, διατάγματος ή υπουργικής απόφασης υπέρ κάποιου από τα συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα θεωρείται ότι ισχύει, κατά περίπτωση, υπέρ του απορροφώντος ή του νέου.

 

15. Στην περίπτωση του άρθρου 84 παράγραφος 3 εδάφιο γ' του νόμου [Ν] 1969/1991 Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Αμοιβαία Κεφάλαια, διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγιάνσεως της Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 167/Α/1991) εφαρμόζονται εφεξής οι παράγραφοι 9 έως και 12 του παρόντος άρθρου.

 

16. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως και 12 εφαρμόζονται επί διασπάσεων πιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, καθώς και επί εισφοράς από λειτουργούν πιστωτικό ίδρυμα κλάδου, μέρους, τμήματος ή υποκαταστήματός του σε άλλο λειτουργούν ή νεοσυσταθέν πιστωτικό ίδρυμα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 16 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 143 του νόμου [Ν] 4601/2019 (ΦΕΚ 44/Α/2019).

 

17. Στη μεταβίβαση από πιστωτικό ίδρυμα κλάδου, μέρους ή τμήματος της επιχείρησής του ή υποκαταστήματός του προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 και της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του νόμου [Ν] 1642/1986 (ΦΕΚ 125/Α/1986), όπως ισχύει.

 

18. α) Ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης εκδίδει την εγκριτική απόφαση της συγχώνευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρείες, αφού έχει προηγηθεί η έγκριση της συγχώνευσης από την Τράπεζα της Ελλάδος, όταν στη συγχώνευση συμμετέχει πιστωτικό ίδρυμα με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας ή όταν το πιστωτικό ίδρυμα που θα προέλθει από τη συγχώνευση θα έχει τη μορφή Ανωνύμου Εταιρείας.

 

Τα πιστωτικά ιδρύματα που συγχωνεύονται γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος τις περί συγχωνεύσεως αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων τους, συνοδευόμενες: (1) από το σχέδιο της σύμβασης συγχωνεύσεως και τις επ' αυτού εκθέσεις κατ' άρθρο 69 παράγραφοι 1 , 2 και 4 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920, καθώς και από τις εκθέσεις των παραγράφων 4 ή 5 του παρόντος άρθρου κατά περίπτωση και (ΙΙ) από πρόγραμμα επιχειρηματικής δραστηριότητας για το είδος και την έκταση των εργασιών, καθώς και για τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου του πιστωτικού ιδρύματος που προέρχεται από τη συγχώνευση.

 

Η Τράπεζα της Ελλάδος εγκρίνει τη συγχώνευση εντός δυο (2) μηνών από την υποβολή όλων των στοιχείων του προηγούμενου εδαφίου. Αν η δίμηνη προθεσμία παρέλθει άπρακτη, θεωρείται ότι η συγχώνευση εγκρίνεται. Εντός του διμήνου, η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη συγχώνευση με αιτιολογημένη απόφασή της, εάν, λόγω της συγχωνεύσεως: είτε (1) καθίσταται ανεπαρκής η διοικητική ή και η λογιστική οργάνωση ή οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου του πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο προέρχεται από τη συγχώνευση είτε (ΙΙ) δεν πληρούνται ως προς το πιστωτικό αυτό ίδρυμα οι αρχές και οι κανόνες που διέπουν την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και ιδίως οι κανόνες που ισχύουν ως προς τη συγκέντρωση κινδύνων ή την κεφαλαιακή επάρκεια κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επί συγχωνεύσεως δια συστάσεως νέου πιστωτικού ιδρύματος, η έγκριση της συγχώνευσης από την Τράπεζα της Ελλάδος χωρεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 8 παράγραφος 2 του νόμου [Ν] 2076/1992 και επιπροσθέτως επί τη βάσει των προβλεπόμενων από το άρθρο 6 του νόμου [Ν] 2076/1992 στοιχείων, ισχύει δε και ως άδεια λειτουργίας του νέου πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου.

 

Άδειες που είχε χορηγήσει η Τράπεζα της Ελλάδος προς συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα, μεταβιβάζονται δια της συγχωνεύσεως αυτοδικαίως και ισχύουν υπέρ του απορροφώντος ή του εξαγοράζοντος ή του συνιστώμενου νέου πιστωτικού ιδρύματος, κατά περίπτωση, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στην περί εγκρίσεως της συγχωνεύσεως απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.

 

Ειδικότερα για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού προηγείται η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος που εγκρίνει τη συγχώνευση σύμφωνα με τα ανωτέρω.

 

Οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων και η σύμβαση συγχώνευσης που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο του νόμου [Ν] 3419/2005 (ΦΕΚ 297/Α/2005). Οι σχετικές καταχωρίσεις πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες για την τήρησή του υπηρεσίες Γενικού Εμπορικού Μητρώου, οι οποίες ελέγχουν την πληρότητα, το υποστατό και τη νομιμότητα των σχετικών πράξεων. Η σύμβαση συγχώνευσης δεν μπορεί να συναφθεί πριν παρέλθει η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 70 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920.

 

Στην περίπτωση συγχώνευσης με απορρόφηση, από την καταχώριση στην οικεία μερίδα Γενικού Εμπορικού Μητρώου του απορροφώντος συνεταιρισμού συντελείται η συγχώνευση και αυτός υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ή των απορροφούμενων συνεταιρισμών. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από αυτόν χωρίς διακοπή.

 

Ο απορροφώμενος συνεταιρισμός διαγράφεται από τα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία Μητρώα Συνεταιρισμών. Στην περίπτωση συγχώνευσης με σύσταση νέου συνεταιρισμού τηρούνται οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του νόμου [Ν] 1667/1986 πριν την καταχώριση αυτού στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της έδρας του.

 

β) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και επί διασπάσεως πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τα άρθρα 81 έως 89 του κωδικοποιημένου νόμου [Ν] 2190/1920, όπως ισχύει, εφόσον επέρχεται αύξηση του ενεργητικού του επωφελούμενου πιστωτικού ιδρύματος κατά ποσοστό 10% και άνω ή αύξηση του συνολικού αριθμού των υποκαταστημάτων και θυρίδων του.

 

γ) Ομοίως, απαιτείται προηγούμενη έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος για την έγκυρη απόκτηση από λειτουργούν πιστωτικό ίδρυμα κλάδου, μέρους ή τμήματος της επιχείρησης ή υποκαταστημάτων άλλου λειτουργούντος πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον η απόκτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ενεργητικού του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος κατά ποσοστό 10% και άνω ή την αύξηση του συνολικού αριθμού των υποκαταστημάτων και θυρίδων του. Στην περίπτωση αυτή, η γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα αμέσως μετά τη λήψη της σχετικής απόφασης από το αρμόδιο όργανό του, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

 

δ) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου υπό στοιχεία α', β' και γ' καταλαμβάνουν και τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων 564/5/23-11-1995 (ΦΕΚ 28/Β/1996), όπως ισχύει, εφόσον, αντιστοίχως:

 

(Ι) το απορροφούν ή το εξαγόραζον ή το συνιστώμενο νέο νομικό πρόσωπο, στις περιπτώσεις υπό στοιχείο α',

(ΙΙ) το επωφελούμενο νομικό πρόσωπο, στην περίπτωση υπό στοιχείο β',

(ΙIΙ) το αποκτών νομικό πρόσωπο, στην περίπτωση υπό στοιχείο γ', είναι πιστωτικό ίδρυμα ή άλλο χρηματοδοτικό ίδρυμα εποπτευόμενο από την Τράπεζα της Ελ.

 

ε) Κατ' απόκλιση των οριζομένων στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και επί της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Ανάπτυξης, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, καθώς και επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού.

 

στ) Σε κάθε περίπτωση συγχώνευσης ή διάσπασης με συμμετοχή πιστωτικού ιδρύματος και με υποκατάσταση της απορροφώσας ή της νέας ή της επωφελούμενης εταιρίας, που δεν είναι ήδη πιστωτικό ίδρυμα, στην άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την έννοια της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 18 ή της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 70 του νόμου [Ν] 4601/2019 (ΦΕΚ 44/Α/2019), εφαρμόζεται το παρόν άρθρο.

 

Επιπλέον, για την υποκατάσταση στην άδεια λειτουργίας απαιτείται έγκριση της εποπτικής αρχής, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί χορήγησης άδειας λειτουργίας. Κατ' εξαίρεση, στο πλαίσιο της έγκρισης του προηγούμενου εδαφίου η εποπτική αρχή δύναται να μην αξιολογήσει τους μετόχους ή τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αν έχουν ήδη αξιολογηθεί πριν από τον μετασχηματισμό και δεν συντρέχει λόγος εκ νέου αξιολόγησής τους. Επίσης, στο πλαίσιο της ίδιας έγκρισης, η εποπτική αρχή δύναται να μην επαναλάβει κάθε άλλο μέρος της διαδικασίας χορήγησης άδειας λειτουργίας, ως προς το οποίο έχει ήδη γίνει αξιολόγηση για τη χορήγηση έγκρισης που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου είτε κατά την άσκηση της εποπτείας επί του πιστωτικού ιδρύματος που έφερε την άδεια λειτουργίας ως τον μετασχηματισμό, εφόσον δεν συντρέχει λόγος εκ νέου αξιολόγησης.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 18 προστέθηκε με το άρθρο 12 του νόμου 2744/1999 (ΦΕΚ 214/Α/2002) και τίθεται όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 50 του νόμου 4587/2018 (ΦΕΚ 216/Α/2018), με το άρθρο δέκατο όγδοο του νόμου 4618/2019 (ΦΕΚ 89/Α/2019), με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του νόμου 4664/2020 (ΦΕΚ 32/Α/2020).

 

19. (πρώην 18). Τα άρθρα 1 έως και 15 του νόμου [Ν] 2292/1953 περί συγχωνεύσεως ανωνύμων τραπεζιτικών εταιρειών (ΦΕΚ 31/Α/1953) καταργούνται, με εξαίρεση το άρθρο 2, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 7 του άρθρου 26 του νόμου [Ν] 2076/1992 (ΦΕΚ 130/Α/1992) και το άρθρο 3 αυτού.

 

20. (πρώην 19). Διαδικασία συγχωνεύσεως ή διασπάσεως πιστωτικών ιδρυμάτων ή εισφοράς κλάδου, μέρους, τμήματος ή υποκαταστήματος διεπόμενη από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η οποία έχει αρχίσει σύμφωνα με το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου αυτού, είναι εξ υπαρχής νόμιμη.

 

21. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 3 του νόμου 2166/1993 (ΦΕΚ 137/Α/1993) έχουν εφαρμογή και σε οποιαδήποτε περίπτωση μετασχηματισμού εγκατεστημένων στη χώρα μας υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων σε ημεδαπή τραπεζική ανώνυμη εταιρεία ή και σε περίπτωση εισφοράς αυτών σε πιστωτικό ίδρυμα με έδρα χώρα - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 21 προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 9 του νόμου 2992/2002 (ΦΕΚ 54/Α/2002).

 



Copyright © 2020 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.