Νόμος 4021/11 - Άρθρο 42

Άρθρο 42: (άρθρο 1 της Οδηγίας) Τροποποιήσεις του νόμου 2789/2000


Συνδεθείτε στην Υπηρεσία Νομοσκόπιο
Είσοδος στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
   
Χρήστης
Κωδικός
  Υπενθύμιση στοιχείων λογαριασμού
   
 
Νέοι χρήστες
Εάν είστε νέος χρήστης, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα ΔΩΡΕΑΝ λογαριασμό προκειμένου να φύγει το παράθυρο αυτό και να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στην υπηρεσία Νομοσκόπιο.
Δημιουργία νέου λογαριασμού

 

 

1. Τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του νόμου 2789/2000 (ΦΕΚ 21/Α/2000) αντικαθίστανται ως εξής:

 

{Κεφάλαιο Α: Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής

 

Άρθρο 1

 

Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως:

 

α. Σύστημα:

 

1. Η νομοθετικά, κανονιστικά ή συμβατικά ρυθμιζόμενη σχέση με κοινούς και τυποποιημένους κανόνες:

 

i) μεταξύ τριών ή περισσότερων συμμετεχόντων, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται ο διαχειριστής αυτού του Συστήματος, τυχόν διακανονιστής ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, τυχόν συμψηφιστικό γραφείο ή τυχόν εμμέσως συμμετέχων, με κοινούς κανόνες και τυποποιημένες ρυθμίσεις για την εκκαθάριση, είτε μέσω κεντρικού αντισυμβαλλόμενου είτε όχι, ή για την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης μεταξύ των συμμετεχόντων, και

 

ii) η οποία διέπεται από το δίκαιο του κράτους - μέλους που έχουν επιλέξει οι συμμετέχοντες σε αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι σε αυτό το κράτος - μέλος βρίσκεται η κεντρική διοίκηση ενός τουλάχιστον των συμμετεχόντων και

 

iii) η οποία σχέση έχει ανακοινωθεί ως Σύστημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από κράτος - μέλος το οποίο έχει κρίνει τους κανόνες του συστήματος ως ικανοποιητικούς,

 

2. Η νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση ή σύμβαση που πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις και έχει ως αντικείμενο την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης που αναφέρονται στην παράγραφο θ' περίπτωση (ii) του παρόντος άρθρου και σε περιορισμένη κλίμακα την εκτέλεση εντολών με αντικείμενο άλλα μέσα της κεφαλαιαγοράς, όπως συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων, η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως Σύστημα από κράτος - μέλος και έχει ανακοινωθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

3. Η νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση ή σύμβαση μεταξύ δύο συμμετεχόντων, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται ο διαχειριστής αυτού του συστήματος, ο τυχόν διακανονιστής, ο τυχόν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, το τυχόν συμψηφιστικό γραφείο ή ο τυχόν εμμέσως συμμετέχων, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως Σύστημα από κράτος - μέλος και έχει ανακοινωθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

4. Συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ διαλειτουργικών συστημάτων δεν συνιστά σύστημα.

 

β. Ίδρυμα:

 

i) το πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του νόμου [Ν] 3601/2007 (ΦΕΚ 178/Α/2007), συμπεριλαμβανομένων και των ιδρυμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου,

 

ii) η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως αυτή ορίζεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 2 του νόμου [Ν] 3606/2007 (ΦΕΚ 195/Α/2007), με εξαίρεση τα ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου,

 

iii) το Δημόσιο ή επιχειρήσεις με εγγύηση του Δημοσίου

 

iv) το ίδρυμα, η κεντρική διοίκηση του οποίου βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και που το αντικείμενο του είναι ανάλογο των Πιστωτικών Ιδρυμάτων ή των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως ορίζονται ανωτέρω, εφόσον τελεί υπό αντίστοιχη με αυτά εποπτεία,

 

v) επιχειρήσεις που έχουν χαρακτηρισθεί ως ιδρύματα σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 παράγραφος 1 για τα ημεδαπά συστήματα, καθώς και επιχειρήσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως ιδρύματα με ανάλογες διαδικασίες για Συστήματα των άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον συμμετέχουν σε Σύστημα και ευθύνονται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που προκύπτουν από Εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του συστήματος αυτού.

 

γ. Κεντρικός Αντισυμβαλλόμενος:

 

Ο οργανισμός ο οποίος παρεμβάλλεται μεταξύ των ιδρυμάτων ενός Συστήματος και ο οποίος δρα ως ο αποκλειστικός αντισυμβαλλόμενος αυτών των ιδρυμάτων όσον αφορά τις εντολές τους μεταβίβασης.

 

δ. Διακανονιστής:

 

Ο οργανισμός ο οποίος παρέχει σε ιδρύματα ή / και σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που συμμετέχουν σε συστήματα, λογαριασμούς διακανονισμού μέσω των οποίων γίνεται ο διακανονισμός εντολών μεταβίβασης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών και ο οποίος, αν συντρέχει περίπτωση, παρέχει πίστωση στα εν λόγω ιδρύματα ή / και κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με σκοπό το διακανονισμό.

 

ε. Συμψηφιστικό Γραφείο:

 

Ο οργανισμός που είναι υπεύθυνος για τον υπολογισμό της καθαρής θέσης των ιδρυμάτων, του τυχόν κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή / και τυχόν διακανονιστή,

 

στ. Συμμετέχων:

 

Ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής ή συμψηφιστικό γραφείο ή διαχειριστής συστήματος.

 

Σύμφωνα με τους κανόνες του Συστήματος, ο ίδιος συμμετέχων δύναται να δρα ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής ή γραφείο συμψηφισμού ή να εκτελεί μέρος ή το σύνολο αυτών των καθηκόντων.

 

ζ. Εμμέσως Συμμετέχων:

 

Ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο ή διαχειριστής συστήματος που έχει με συμμετέχοντα σε σύστημα το οποίο εκτελεί εντολές μεταβίβασης συμβατική σχέση η οποία του επιτρέπει να δίδει εντολές μεταβίβασης μέσω του συστήματος, υπό τον όρο ότι ο εμμέσως συμμετέχων είναι γνωστός στον διαχειριστή του συστήματος.

 

η. Χρηματοπιστωτικά μέσα:

 

Τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 του νόμου [Ν] 3606/2007.

 

θ. Εντολή μεταβίβασης:

 

i) κάθε Οδηγία συμμετέχοντος να τεθεί στη διάθεση ενός αποδέκτη χρηματικό ποσό μέσω λογιστικής εγγραφής στους λογαριασμούς πιστωτικού ιδρύματος, κεντρικής τράπεζας, κεντρικού αντισυμβαλλόμενου ή διακανονιστή ή κάθε Οδηγία η οποία συνεπάγεται την ανάληψη ή την εκπλήρωση οφειλής πληρωμής, όπως ορίζεται από τους κανόνες του συστήματος ή

 

ii) κάθε Οδηγία συμμετέχοντος να μεταβιβασθεί η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί χρηματοπιστωτικού μέσου, μέσω λογιστικής εγγραφής σε μητρώο ή με άλλον τρόπο.

 

ι. Διαδικασία Αφερεγγυότητας:

 

Κάθε συλλογικό μέτρο που προβλέπεται από το δίκαιο κράτους - μέλους ή τρίτης χώρας και συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης όπως η πτώχευση, η ειδική εκκαθάριση ή η εξυγίανση.

 

ι)α. Συμψηφισμός:

 

Η μετατροπή σε καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή, απαιτήσεων και οφειλών που προκύπτουν από εντολές μεταβίβασης, τις οποίες ένας συμμετέχων ή συμμετέχοντες απευθύνουν προς ή λαμβάνουν από έναν ή περισσότερους άλλους συμμετέχοντες με τελικό εξαγόμενο μία μόνο καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή.

 

ι)β. Λογαριασμός διακανονισμού:

 

Λογαριασμός σε κεντρική τράπεζα, διακανονιστή ή κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που χρησιμοποιείται για την κατοχή κεφαλαίων ή χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και για το διακανονισμό συναλλαγών μεταξύ των συμμετεχόντων σε Σύστημα.

 

ι)γ. Ασφάλεια:

 

Όλα τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένων ιδίως των χρηματοοικονομικών ασφαλειών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του νόμου 3301/2004 (ΦΕΚ 263/Α/2004), που παρέχονται δυνάμει ενεχύρου, εγγυοδοσίας, σύμβασης πωλήσεως με σύμφωνο επαναγοράς ή παρεμφερούς συμφωνίας ή με άλλο τρόπο, για την εξασφάλιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που ενδέχεται να προκύψουν σε συνάρτηση με Σύστημα ή που παρέχονται στις κεντρικές τράπεζες των κρατών - μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

 

ι)δ. Εργάσιμη ημέρα:

 

Καλύπτει τόσο τους ημερήσιους όσο και τους νυκτερινούς διακανονισμούς και περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τον επιχειρησιακό κύκλο ενός συστήματος.

 

ι)ε. Διαλειτουργικά συστήματα:

 

Δύο ή περισσότερα συστήματα των οποίων οι διαχειριστές έχουν συνάψει μεταξύ τους συμφωνία που περιλαμβάνει τη διασυστημική εκτέλεση εντολών μεταβίβασης.

 

ι)στ. Διαχειριστής συστήματος:

 

Το ή τα νομικά πρόσωπα που είναι νομικά υπεύθυνα για τη λειτουργία του συστήματος. Ο διαχειριστής συστήματος μπορεί επίσης να ενεργεί ως διακανονιστής, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή συμψηφιστικό γραφείο.

 

ι)ζ. Αρμόδιες αρχές:

 

Οι αρχές που έχουν ορισθεί από τα λοιπά κράτη - μέλη και έχουν γνωστοποιηθεί από αυτά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως αρμόδιες για την ενημέρωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους - μέλους, με τις οποίες επήλθε εναρμόνιση στις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας 1998/26/ΕΚ.

 

ι)η. Ημεδαπά Συστήματα:

 

Τα Συστήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος, καθώς και εκείνα, που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 11 του παρόντος, στο πλαίσιο των οποίων οι εντολές μεταβίβασης εκτελούνται εντός Ελλάδος ή είναι διασυνοριακές.

 

Άρθρο 2

 

Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως του νομίσματος ή των νομισμάτων διενέργειας των πράξεων:

 

1. Στα Συστήματα που ορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10 του παρόντος και στα εξής Συστήματα:

 

α) στο Σύστημα Ταχείας Μεταφοράς Κεφαλαίων και Διακανονισμού σε Συνεχή Χρόνο TARGET2-GR,

 

β) στο Σύστημα Παρακολούθησης Συναλλαγών επί Τίτλων σε Λογιστική Μορφή (Αυλοί Τίτλοι), που προβλέπεται από το νόμο [Ν] 2198/1994 (ΦΕΚ 43/Α/1994) και βρίσκεται υπό τη διαχείριση και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος,

 

γ) στο Γραφείο Συμψηφισμού Αθηνών,

 

δ) στο Σύστημα Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Κινητών Αξιών σε Λογιστική Μορφή που τελεί υπό τη διαχείριση της Εταιρείας Εκκαθάρισης Συναλλαγών Χρηματιστηρίου Αθηνών Ανώνυμη Εταιρεία (στο εξής Εταιρεία Εκκαθάρισης), όπως εκάστοτε ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 72 και επόμενα του νόμου [Ν] 3606/2007 (ΦΕΚ 195/Α/2007),

 

ε) στο Σύστημα Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Παραγώγων που τελεί υπό τη διαχείριση της Εταιρείας Εκκαθάρισης όπως εκάστοτε ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 72 και επόμενα του νόμου [Ν] 3606/2007,

 

στ) στο Σύστημα Αυλών Τίτλων που τελεί υπό τη διαχείριση της Ελληνικά Χρηματιστήρια Ανώνυμη Εταιρεία, όπως εκάστοτε ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και επόμενα του νόμου 3756/2009 (ΦΕΚ 53/Α/2009),

 

ζ) Το Σύστημα Πληρωμών ΔΙΑΣ που τελεί υπό την επίβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος και το οποίο διαχειρίζεται η ανώνυμη εταιρεία Διατραπεζικά Συστήματα Ανώνυμη Εταιρεία (ΔΙΑΣ Ανώνυμη Εταιρεία).

 

2. Στους ημεδαπούς και αλλοδαπούς Συμμετέχοντες σε Ημεδαπά Συστήματα, καθώς και στους ημεδαπούς Συμμετέχοντες σε Συστήματα άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

3. Στην Ασφάλεια, κατά την έννοια της παραγράφου ι)γ' του άρθρου 1 που παρέχεται σε συνάρτηση με Συστήματα, καθώς και με τις πράξεις νομισματικής πολιτικής και τις λοιπές πράξεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος και των άλλων κεντρικών τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό την ιδιότητα τους ως κεντρικών τραπεζών.

 

Κεφάλαιο Β: Συμψηφισμός και εντολές μεταβίβασης

 

Άρθρο 3

 

1. Οι εντολές μεταβίβασης και ο συμψηφισμός ισχύουν και αντιτάσσονται έναντι κάθε τρίτου ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος, εφόσον οι εντολές μεταβίβασης εισήχθησαν στο σύστημα πριν από το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος. Αυτό ισχύει ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος (στο οικείο σύστημα ή σε διαλειτουργικά σύστημα) ή κατά διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος, ο οποίος δεν είναι συμμετέχων.

 

Αν οι εντολές μεταβίβασης εισέλθουν στο Σύστημα μετά τη στιγμή της έναρξης της Διαδικασίας Αφερεγγυότητας, είναι ισχυρές και αντιτάσσονται έναντι κάθε τρίτου, εφόσον ο διαχειριστής του Συστήματος αποδείξει ότι δεν είχε λάβει γνώση για την έναρξη της Διαδικασίας Αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 του παρόντος, υπό την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση των εντολών αυτών αρχίζει εντός της εργάσιμης ημέρας, όπως αυτή ορίζεται από τους κανόνες του συστήματος, κατά τη διάρκεια της οποίας ο διαχειριστής του Συστήματος έλαβε γνώση για την έναρξη της Διαδικασίας Αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 του παρόντος.

 

2. Το κύρος του Συμψηφισμού δεν θίγεται από διατάξεις που προβλέπουν την ακύρωση των δικαιοπραξιών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη της Διαδικασίας Αφερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος.

 

3. Τα Ημεδαπά Συστήματα διέπονται από σαφείς κανόνες που ορίζουν το χρόνο εισαγωγής μιας εντολής μεταβίβασης στο Σύστημα, καθώς και τη χρονική στιγμή μετά την οποία η εντολή αυτή δεν ανακαλείται ούτε από συμμετέχοντα ούτε από τρίτο. Μια εντολή μεταβίβασης δεν ανακαλείται ούτε από συμμετέχοντα ούτε από τρίτο μετά από τη χρονική στιγμή που καθορίζουν οι κανόνες του Συστήματος. Στην περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε σύστημα καθορίζει στους δικούς του κανόνες το χρονικό σημείο στο οποίο μια εντολή μεταβίβασης καθίσταται αμετάκλητη, προκειμένου να εξασφαλίζεται, κατά το δυνατόν, ο συντονισμός, ως προς το σημείο αυτό, των κανόνων όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων. Οι κανόνες ενός συστήματος σχετικά με το χρονικό σημείο στο οποίο μια εντολή μεταβίβασης καθίσταται αμετάκλητη δεν επηρεάζονται από τους κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό, εκτός εάν οι κανόνες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν στα διαλειτουργικά συστήματα προβλέπουν ρητώς κάτι διαφορετικό.

 

4. Στην περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε σύστημα καθορίζει στους δικούς του κανόνες το χρονικό σημείο εισαγωγής μιας εντολής μεταβίβασης κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται, στο μέτρο του δυνατού, ότι θα υπάρχει συντονισμός των κανόνων όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων ως προς το σημείο αυτό. Οι κανόνες ενός συστήματος σχετικά με το χρονικό σημείο εισαγωγής μιας εντολής μεταβίβασης, δεν επηρεάζονται από τους κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό, εκτός εάν οι κανόνες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν στα διαλειτουργικά συστήματα προβλέπουν ρητώς κάτι διαφορετικό.

 

Άρθρο 4

 

Κεφάλαια ή χρηματοπιστωτικά μέσα του Συμμετέχοντος που είναι διαθέσιμα στο Λογαριασμό διακανονισμού του δύνανται να χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εν λόγω συμμετέχοντος στο Σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα, οι οποίες έχουν γεννηθεί μέχρι και την εργάσιμη ημέρα έναρξης της Διαδικασίας Αφερεγγυότητας κατά του συμμετέχοντος ή κατά διαχειριστή συστήματος ή, αν η Διαδικασία Αφερεγγυότητας δεν αρχίζει εντός κάποιας εργάσιμης ημέρας, την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα. Πιστωτική διευκόλυνση η οποία παρασχέθηκε σε αυτόν τον συμμετέχοντα σε συνάρτηση με το σύστημα έναντι διαθέσιμης υφιστάμενης ασφάλειας, δύναται να χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των κατά το προηγούμενο εδάφιο υποχρεώσεων του συμμετέχοντος στο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα.}

 

2. Στο τέλος του άρθρου 7 του νόμου 2789/2000 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

{Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός συμμετέχοντος σε διαλειτουργικό σύστημα ή του διαχειριστή συστήματος ενός διαλειτουργικού συστήματος, ο οποίος δεν είναι συμμετέχων.}

 

3. Το άρθρο 9 του νόμου 2789/2000 αντικαθίσταται ως εξής:

 

{Κεφάλαιο Δ: Διαχωρισμός τρων δικαιωμάτων των υπέρ ων η ασφάλεια από τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας του παραχωρούντος

 

Άρθρο 9

 

1. Η ασφάλεια που έχει παρασχεθεί:

 

α) σε Συμμετέχοντα ή διαχειριστή συστήματος με σύστημα ή με οποιοδήποτε διαλειτουργικό σύστημα, ή

 

β) στις κεντρικές τράπεζες των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θίγεται καθ' οιονδήποτε τρόπο από τη διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι:

 

α)α) συμμετέχοντος (στο οικείο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα),

 

β)β) του διαχειριστή συστήματος διαλειτουργικού συστήματος που δεν είναι συμμετέχων,

 

γ)γ) αντισυμβαλλόμενου κεντρικών τραπεζών των κρατών - μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ή

 

δ)δ) οποιουδήποτε τρίτου παρέσχε την ασφάλεια, και μπορεί, με την επιφύλαξη διαφορετικής συμφωνίας μεταξύ ασφαλειολήπτη και ασφαλειοδότη των διατάξεων του νόμου 3301/2004, να ρευστοποιηθεί προς ικανοποίηση αυτών των δικαιωμάτων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο.

 

2. Εφόσον υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή Συμμετέχοντος σε Σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα, στο πλαίσιο λειτουργίας τους, ή Αντισυμβαλλομένου κεντρικής τράπεζας των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά χρηματοπιστωτικά μέσα ή οι πιστωτικές απαιτήσεις επί των οποίων έχει συσταθεί Ασφάλεια κατά την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί αναγκαστικής εκποίησης, να εκποιούνται από τον ασφαλειολήπτη ή, εφόσον πρόκειται περί τίτλων ή απαιτήσεων ληξιπρόθεσμων και απαιτητών, να εισπράττονται τα σχετικά ποσά από τον ασφαλειολήπτη ιδίω ονόματι. Η εκποίηση γίνεται χρηματιστηριακώς, μέσω μέλους της οργανωμένης αγοράς που ορίζει ο ασφαλειολήπτης, ή κατ' επιλογήν του, εξωχρηματιστηριακά, εφόσον αντικείμενο της Ασφάλειας είναι απαιτήσεις εκ τραπεζικών δανείων ή λοιπών πιστώσεων, τίτλοι του Δημοσίου ή και άλλοι τίτλοι τους οποίους διαπραγματεύονται νομίμως κατ' επάγγελμα πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών διενεργώντας απευθείας συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό με πελάτες τους. Το προϊόν της εκποιήσεως ή το εισπραττόμενο ποσό διατίθεται κατά προτεραιότητα για την ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως. Όταν η Ασφάλεια έχει παρασχεθεί με τη μορφή συμβάσεως πωλήσεως τίτλων με σύμφωνο επαναγοράς και ο υπόχρεος σε επαναγορά καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του για την καταβολή του τιμήματος, ο ασφαλειολήπτης δύναται αμέσως να διαθέτει ελεύθερα τους τίτλους που είχε αγοράσει.

 

3. Οι διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζονται κατά τη σύσταση ενεχύρου υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος, την αναγκαστική εκποίηση του ενεχύρου αυτού και τη διανομή του πλειστηριάσματος ισχύουν και για τη σύσταση και την αναγκαστική εκποίηση ενεχύρου επί αυλών τίτλων Δημοσίου υπέρ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κεντρικών τραπεζών των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για τη διανομή του πλειστηριάσματος.

 

4. Όταν παρέχεται ασφάλεια επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή επί δικαιωμάτων σε χρηματοπιστωτικά μέσα σε συμμετέχοντες, διαχειριστές συστημάτων ή Κεντρικές Τράπεζες των κρατών - μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου με νόμιμη καταχώριση του δικαιώματος του ασφαλειολήπτη σε Σύστημα ή σε μητρώο ή σε λογαριασμό ή σε αποθετήριο, το εν λόγω δικαίωμα, ιδίως ως προς τη νόμιμη σύσταση του, την εγκυρότητα του και τη διαδικασία αναγκαστικής εκποίησης, διέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο του κράτους - μέλους στο οποίο έγινε η καταχώριση του. Η παραπάνω διάταξη ισχύει και στην περίπτωση που ο ασφαλειολήπτης ενεργεί ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου.}

 

4. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του νόμου 2789/2000, μετά τις λέξεις ορίζονται τα Συστήματα προστίθενται οι λέξεις και οι οικείοι διαχειριστές συστημάτων.

 

5. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του νόμου 2789/2000 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

{Η επέκταση αυτή δεν περιορίζει την ευθύνη του συμμετέχοντος μέσω του οποίου ο Εμμέσως Συμμετέχων διαβιβάζει εντολές μεταβίβασης στο Σύστημα.}

 

6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 12 του νόμου 2789/2000 αντικαθίσταται ως εξής:

 

{3. Κάθε Ίδρυμα υποχρεούται, μετά από σχετική αίτηση, να ενημερώνει οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον για τα Συστήματα στο οποία είναι Συμμετέχων ή Εμμέσως Συμμετέχων και να παρέχει πληροφορίες για τους βασικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των εν λόγω Συστημάτων.}

 

7. Το άρθρο 14 του νόμου 2789/2000 αντικαθίσταται ως εξής:

 

{Άρθρο 14

 

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας που προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύνανται να επιβάλλουν πρόστιμο ύψους μέχρι 190.000 € στους εποπτευόμενους ή επιβλεπόμενους από αυτές Συμμετέχοντες, εφόσον αυτοί παραβιάζουν τις διατάξεις του παρόντος. Σε περίπτωση σοβαρών υποτροπών, το πρόστιμο δύναται να ανέρχεται σε 380.000 €.

 

2. Σε περίπτωση παράβασης των καθηκόντων που απορρέουν από την εκτέλεση των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος επιβάλλεται κατά των εντεταλμένων οργάνων πρόστιμο έως 65,000 € με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος.}

 

8. Όπου στις διατάξεις του νόμου 2789/2000 αναφέρεται ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, νοείται ο Υπουργός Οικονομικών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράγραφος 10 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 43 του νόμου 4021/2011 (ΦΕΚ 218/Α/2011).

 



Copyright © 2017 TechnoLogismiki. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.